Ό,τι αξίζει, γαβγίζει κι είναι εύκολο..


Γύρισε και πάλι αργά στο σπίτι. Είχε τελειώσει με όλες τις γύρες.

Έκανε όλες τις διαδρομές. Βρήκε τους τετράποδους, τους τάισε, τους πότισε. Μιλήσανε για τη μέρα που πέρασε, κάνανε χάδια, αγκαλιές.

Κάποια στιγμή έπρεπε να πουν και καληνύχτα. Έπρεπε να γυρίσει και στο δικό του «λόχο». 

Τέσσερις μουσούδες τον περίμεναν κι εκεί.

Έκανε την καρδιά του πέτρα και υποσχέθηκε όπως πάντα στον εαυτό του, πως δε θα γυρίσει να κοιτάξει, αλλά κοίταξε.

Κάθε βράδυ τα ίδια μάτια τον εκλιπαρούσαν να μείνει λίγο ακόμα, να μείνει για πάντα ή ίσως να τους πάρει μαζί εκεί που πάει.

Πώς να εξηγήσει ότι το θέλει πολύ, αλλά δε γίνεται;

Σαν προδότης με το κεφάλι σκυμμένο, έφυγε κι αυτή τη φορά.

Όταν το ασανσέρ έφτασε στον όροφο, άκουσε το πανδαιμόνιο πίσω από την πόρτα. Είχαν έρθει όλοι και την γρατζούναγαν, σα να ήταν αιώνες τα δευτερόλεπτα πριν ξεκλειδώσει.

Αγκαλιές, φιλιά, γαυγίσματα. Ευτυχώς που ήταν κι αυτά εδώ να τον υποδέχονται. Να αισθάνεται πως κάποιος νοιάζεται για το αν θα γυρίσει και να χαίρεται κάθε μέρα τόσο πολύ που τον βλέπει.

Έβαλε σε όλους τροφή. Αυτός δεν είχε όρεξη. Είπε να ανοίξει τον υπολογιστή να προωθήσει καμιά αγγελία από τους αδέσποτους φίλους του, μέχρι να φάνε τα παιδιά και να βγούνε την τελευταία βόλτα της ημέρας.

Ο γεράκος τον κατάλαβε πως ήταν στεναχωρημένος. Πήγε κι έβαλε την πατούσα πάνω στο πόδι του.

«Δε θα φας εσύ; Αν δε φας εσύ, ούτε εγώ θα φάω, να σου κάνω παρέα».

Η μικρότερη ήρθε κι έφερε ένα από τα παιχνίδια της.

«Μήπως θέλεις να παίξουμε, να σου ανοίξει η όρεξη;».

Ο σκανταλιάρης είχε άλλη πρόταση.

«Θες να καταστρέψουμε κάτι να ξεσπάσεις;».

Και ο τέταρτος, απλά πήδηξε στην αγκαλιά του κοιτάζοντάς τον στα μάτια, προσπαθώντας να διαβάσει τις σκέψεις του.

Δεν τη μπορούσε τη σκυλοανάκριση. Δε θα μπορούσε να τους πείσει πως δεν είχε τίποτα.

Πήρε τα λουριά και ξεκίνησαν για τη βόλτα. Πάντα τους έβγαζε μαζί κι ας γινόντουσαν κοτσίδα κι ας τον εξαντλούσαν.

Γιατί αν έμεναν κάποιοι πίσω, στην επιστροφή θα χρειαζότανε να ξαναχτίσει το σπίτι εξ' αρχής. Και ποιος τον άκουγε τον ιδιοκτήτη, που τον έχει στη μπούκα για τα σκυλιά. Αν δεν ήταν αυτή η οικονομική κρίση, θα τον είχε πετάξει έξω προ πολλού. Αλλά, ανάγκα και θεοί πείθονται.

Αυτή τη φορά στο δρόμο, ήταν ήσυχα.

Δε βιάζονταν, δεν τραβούσαν, δε μπλέκανε τα λουριά μεταξύ τους. Το είχαν καταλάβει πως δεν ήταν καλά. Πήγαιναν με το ρυθμό του, με τη δική του αντοχή.

Και δε μουλάρωσαν στην επιστροφή όπως άλλες φορές, που δε θέλουν με τίποτα να γυρίσουν πίσω.

Περνώντας από το πάρκο που είχε προηγουμένως καληνυχτίσει τα φιλαράκια, δεν άντεξε, κάθισε σε ένα πεζούλι.

Ξαφνικά ξέσπασε σε βρισιές. Του ερχότανε να πατήσει τα κλάμματα από τα νεύρα του.

Μαζεύτηκαν τριγύρω και οι αδέσποτοι τετράποδοι, μαζί με τους δικούς του.

«Παιδιά, τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά, να το ξέρετε. Μας βλέπω καμιά μέρα όλους, να απομένουμε εδώ στο παρκάκι. Και πώς θα σας φροντίζω;…».

«Για μας στεναχωριέσαι; Στους δρόμους ήμασταν πριν μας πάρεις μαζί σου. Θα σε φροντίσουμε εμείς. Δε θα κρυώνεις και δε θα φοβάσαι άνθρωπο με εμάς δίπλα σου. Ένα κομμάτι ψωμί, κάπου θα βρεθεί. Θα σ’ αγαπάμε το ίδιο. Θα είμαστε εδώ. Θα είμαστε μαζί κι αυτό εμάς, μας φτάνει!».

Αλήθεια του έλεγαν.

Στον αδιατάρακτο κόσμο της ολοκληρωτικής αγάπης, το μόνο που ακούγεται, είναι η αλήθεια...


σ.σ. Το eyedoll αντιτίθεται κατακάθετα με το κόψιμο ουράς και αυτιών που γίνεται στα ζώα, από το αχαρακτήριστο δίποδο που λέγεται άνθρωπος και η φωτογραφία του άρθρου είναι μια καλή ευκαιρία για τη διευκρίνιση.

Τίνα Βάμβουρα

0 σχόλια:

Παρακαλούμε χρησιμοποιείτε ελληνικούς χαρακτήρες. Σχόλια άσχετα με το δημοσιευμένο θέμα θα διαγράφονται.

Copyright © 2013 DogWorld