Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δεν είναι ο πόνος μιας στιγμής αλλά ο πόνος μιας ζωής...


''Παιδικές απορίες'' του Γιώργη Ταξιδευτή

Σαν ήμουν μικρό παιδί, ρώτησα μια μέρα τη μάνα μου : μαμά αν κάποτε σου πουν ότι έγινε λάθος στο μαιευτήριο και δεν είμαι παιδί σου, θα με αγαπάς το ίδιο; Εκείνη σταμάτησε να πλέκει, με κοίταξε στην αρχή με απορία, μετά χαμογέλασε, άπλωσε το χέρι της, με χάιδεψε στο κεφάλι και μου απάντησε, γιέ μου δεν είναι ο πόνος μιας στιγμής αλλά ο πόνος μιας ζωής.

Πέρασαν πολλά χρόνια και απέκτησα το πρώτο μου κουτάβι. Το είδα να μεγαλώνει μαζί μου και μοιραστήκαμε, το ίδιο φαγητό, το ίδιο κρεβάτι τις μέρες και τις νύχτες μας. Έγινε η συντροφιά και η παρέα μου. Χοροπήδαγε και έπαιζε και χαιρόμουν. Αρρώσταινε και αρρώσταινα και γω. Και σαν γινόταν καλά, γινόμουν και γω μαζί του.

Και σα μεγάλωσε πολύ και το κοίταξα μια μέρα στα μάτια, κατάλαβα πόσο θα μου λείψει αν το χάσω.

Κάπου εκεί, κατάλαβα και τα λόγια της μάνας μου. Δεν είναι ο πόνος μιας στιγμής αλλά ο πόνος μιας ζωής.

Να το φροντίσεις, να το κανακέψεις, να του πάρεις παιχνίδια, να το ταΐσεις, να μη του λείψει τίποτα, να το δεις γερό και δυνατό να παίζει ευτυχισμένο, να τρέμει η ψυχή σου μη σου πάθει τίποτα και να αγωνιάς σε κάθε ασθένεια.

Και όταν έρθει εκείνη η ώρα που ο κύκλος της ζωής του θα κλείσει, να ξέρεις ότι κανένα άλλο δε θα μπορέσει να το αντικαταστήσει, ποτέ. Γιατί το κάθε πλάσμα είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο. Και τα χνάρια του στη ζωή σου, θα μείνουν για πάντα, ανεξίτηλα.

Τι σημασία έχει λοιπόν αν το παιδί μου δεν είναι ανθρώπινο αλλά σκυλίσιο; Δεν το μεγάλωσα με την ίδια αγάπη; Δεν το πρόσεχα όσο θα πρόσεχα ένα παιδί γεννημένο από μένα; Δε γέννησε μέσα μου αισθήματα πρωτόγνωρα; Δεν ανησύχησα και δεν έκλαψα για αυτό; Δεν αισθάνομαι πολλές φορές τύψεις γιατί δεν του πρόσφερα όλα όσα θα ήθελα να του είχα προσφέρει; Ή μήπως εκείνο δεν έδειξε σε κάθε ευκαιρία την αγάπη του; Σε κάθε μου στιγμή, καλή ή κακή. Με πρόδωσε ποτέ; Με κατέκρινε; Με πόνεσε; Με απαρνήθηκε μήπως; Δε με ξύπναγε κάθε πρωί με φιλιά; Δεν ανταποκρίθηκε σε κάθε κάλεσμα μου για παιχνίδι; Δεν έκατσε δίπλα μου ήρεμο να μου κρατάει συντροφιά στη στενοχώρια μου; Και τελικά μήπως δε με αγάπησε περισσότερο από όσο το αγάπησα εγώ;

Πώς να περιγράψεις το τι έζησες μαζί του; Το τι σου πρόσφερε και το τι πήρες από αυτό; Είναι φορές που τα λόγια είναι λίγα. Δεν φτάνουν, δεν επαρκούν και δεν μπορούν να αντικατοπτρίσουν τα συναισθήματα που ένιωσες.

Έτσι λοιπόν θα πρόσθετα και γω με τη σειρά μου, στα λόγια της μάνας μου. Δεν είναι ο πόνος μιας στιγμής αλλά ο πόνος μιας ζωής, για όποιο πλάσμα μεγάλωσες, σε συντρόφεψε και το αγάπησες.

Υιοθέτησε έναν σκύλο και αγάπησε τον ως το παιδί σου. Συμπεριφέρσου του ως παιδί σου. Και να θυμάσαι ότι αυτός θα σε αγαπήσει πολύ περισσότερο.

Αφιερωμένο σε κάτι ''φανατικούς'' γονείς που επιθυμούν την εξόντωση των αδέσποτων


(Ουκ;) ολίγοι, καθώς φαίνεται, συμ«πολίτες» και συν «άνθρωποί» μας συνεχίζουν να ενστερνίζονται την άποψη πως τα αδέσποτα αποτελούν απειλή για τους «δημότες» της εκάστοτε περιοχής. Τα εισαγωγικά δεν έχουν καμία απολύτως διάθεση υποτίμησης, αναρωτιόμουν , απλά, πως θα μπορούσα να διαχωρίσω τα υπόλοιπα είδη ζωής και ύπαρξης, με τα οποία τυχαίνει να μοιραζόμαστε το ίδιο οικοσύστημα...!

Το «Άμα είχες παιδιά,...» έχει καταστεί πλέον πρωτοκλασάτη δικαιολογία – επιχείρημα – μπούρδα- εύκολη καταπόσιμη καραμελίτσα σε οποιαδήποτε προσπάθεια παράθεσης επιχειρήματος. Δεν έχω παιδιά. Αλλά, μάντεψε, έχω υπάρξει παιδί. Και είχα και την ευλογία, βέβαια, να έχω γονείς. Το «Άμα είχες παιδιά,...» δεν μεταθέτει τη βαρύτητα της (διαλογικής) διένεξης στα παιδιά, αλλά ξεκάθαρα στους γονείς. Και, βέβαια, δεν έχουμε παιδιά μονάχα οι «άνθρωποι». Ναι, εδώ τα εισαγωγικά είναι ειρωνικά! Και με πολύ αποδεδειγμένη επιχειρηματολογία, που ακολουθεί μετέπειτα, και ΥΠΟΤΙΜΗΤΙΚΑ... Θα μου πείτε, αν το παιδί σου έχει δεχθεί επίθεση από αδέσποτο, υπέστην σοβαρούς τραυματισμούς κι έχει νοσηλευτεί στο νοσοκομείο, πόσο ψύχραιμος θα μπορούσες να είσαι στις αντιδράσεις σου;... Πώς θα μπορούσα να διαφωνήσω με αυτό; Δε θα μπορούσα...

Θα μπορούσα, όμως, να σου πω πως ΝΑΙ!... Το παιδί σου κινδυνεύει!... Και όχι λίγο! Πολύ μάλιστα!...

Κινδυνεύει από τα αυτοκίνητα και τις μοτοσικλέτες... 800 – 900 νεκροί στη χώρα μας ανά έτος (αρχεία ελληνικής αστυνομίας). Δεν υπάρχει ελληνική οικογένεια που να μη θρηνεί ένα θύμα στην άσφαλτο.
Νεκροί από επιθέσεις αδέσποτων στη χωρά μας στον ίδιο χρόνο: Μηδέν....

Κινδυνεύει από την άνευ προηγουμένου έξαρση των ανίατων ασθενειών (πάντα σε σχέση με την ρύπανση και τη διατροφή)... Περί τα 300 παιδιά κάθε χρόνο στη χώρα μας προσβάλλονται... Τα περισσότερα, δυστυχώς, «καταλήγουν»...
Νεκρά παιδιά από αδέσποτα: Μηδέν...

Κινδυνεύει από τις παρέες και τις σχέσεις του... Δε χρειάζεται να αναφερθώ στο bullying. Στις μέρες που διανύουμε θα θεωρηθώ γραφικός. Το Google είναι φίλος σου... Νεκρά παιδιά από αδέσποτα στην Ελλάδα: Μηδέν...

Κινδυνεύει από την σεξουαλική απελευθέρωση και τις μεταδιδόμενες ασθένειες. Πάνω από 2 εκατομμύρια οι έφηβοι φορείς παγκοσμίως. Εκατομμύρια...Με μία ανίατη θανατηφόρα ασθένεια! Τολμάτε να αναζητήσετε τους αριθμούς για τη χώρα μας;...
Νεκρά παιδιά από αδέσποτα στην Ελλάδα: Μηδέν...

Κινδυνεύει από την θερμο(α)κέφαλη (θα συνεχίσω να χρησιμοποιώ την έννοια όσο γουστάρω, δική μου επινόηση είναι) οπαδολατρεία που του εμφυτεύει συνήθως ο μπαμπάς. Νεκροί οπαδοί εις το όνομα ποδοσφαιρικών ομάδων...
Την ίδια χρονική περίοδο Νεκροί από αδέσποτα: Μηδέν...
 

Κινδυνεύει από τα ναρκωτικά!!... Αλήθεια χρειάζεται επεξηγήσεις το παρόν εδάφιο;
Νεκροί από τα αδέσποτα: Μηδέν...

Κινδυνεύει από τις νυχτερινές εξορμήσεις και το αλκοόλ.
Νεκροί από αδέσποτο: Μηδέν...

Κινδυνεύει από την παιδοφιλία!!
... Για την οποία είσαι συνυπεύθυνος, γονιέ! Το παιδί σου δεν προβλέπεται να εκτίθεται με οποιονδήποτε τρόπο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πόσο μάλλον να διαθέτει δικό του λογαριασμό πριν την ενηλικίωση!
Βιασμοί από αδέσποτο: Μηδέν...

Και, βέβαια, θα μπορούσαμε να ξεφύγουμε από τους ανήλικους και να κυκλοφορήσουμε για λίγο στη σφαίρα των ενηλίκων. Νεκροί από εργατικά ατυχήματα...
Νεκροί από αδέσποτα: Μηδέν...

Νεκροί από αεροπορικά δυστυχήματα... (Σημ. Το πιο ασφαλές μέσο μεταφοράς)
Νεκροί από αδέσποτα: Μηδέν ...

Νεκροί από χτύπημα κεραυνού (το πιο απίθανο που μπορεί να σου συμβεί)...
Νεκροί από αδέσποτα: Μηδέν...

Η λίστα δεν έχει τελειωμό...

Και όχι, δεν είναι βρώμικα! Εσύ (!) είσαι βρώμικος! Να σε δω να κυκλοφορείς για ένα μήνα εκεί έξω χωρίς χαρτί υγείας, χωρίς σερβιέτες, δίχως ξυριστικά είδη, φουρφούρια και αρώματα, δίχως οδοντόκρεμες και στοματικά διαλύματα, για να δούμε που ανήκει εν τέλει η βρωμιά, Ζώο!...


Τα «ζώα» σκοτώνουν για να φάνε (σκέψου τι κάνει το δικό σου είδος, Ζώο!...) και πηδιούνται για να κάνουν μωρά (σκέψου τι κάνει το δικό σου είδος, Ζώο!...) ...

Την επόμενη φορά, λοιπόν, φανατικέ γονιέ, που έχεις πάρει το ρόλο σου (και καλά) πολύ στα σοβαρά, να το σκεφτείς δυο φορές πριν προτείνεις με συνοπτικές διαδικασίες την εξόντωση των αδέσποτων. Όσο εσύ ασχολείσαι με τον ανύπαρκτο (ουσιαστικά) κίνδυνο των σκύλων που κυκλοφορούν ελεύθεροι, ένας γλοιώδης, ψυχανώμαλος μεσήλικας θα ασελγεί πάνω στο κορμί του παιδιού σου!

Σκληρό; Όπως πάντα η αλήθεια, άλλωστε.

Υπερβολικό; Εσείς αρχίσατε πρώτοι...


Το μυστικό ενός σκύλου που δεν ήθελε κανείς να υιοθετήσει..


Αυτή είναι η συγκινητική ιστορία μιας καλόκαρδης γυναίκας που θέλησε να υιοθετήσει ένα μαύρο λαμπραντόρ από ένα καταφύγιο. Διαβάστε την και αν σας αγγίξει, μοιραστείτε την με τους φίλους σας…


«Μου είπαν ότι το όνομα του μεγάλου μαύρου σκύλου ήταν Ρέτζι, καθώς τον έβλεπα να κυλιέται νωχελικά στο κλουβί του. Το καταφύγιο ήταν καθαρό, οι άνθρωποι εκεί αγαπούσαν τα ζώα και ήταν πολύ φιλικοί. Είχα μετακομίσει στην περιοχή πριν από περίπου έξι μήνες, αλλά όσους και αν είχα συναντήσει ήταν όλοι πολύ φιλόξενοι και ευγενικοί.


Ένιωθα όμως ότι κάτι μου έλειπε καθώς προσπαθούσα να ξεκινήσω τη καινούργια μου ζωή εκεί. Νόμιζα ότι ένας σκύλος θα μπορούσε να μου καλύψει το κενό. Θα είχα κάποιον συνέχεια στο σπίτι να με περιμένει. Κάποιον να μιλάω μαζί του. Λίγη παρέα.


Έτσι, μόλις είδα στα τοπικά νέα τον Ρέτζι, αποφάσισα να πάω στο καταφύγιο και να τον γνωρίσω από κοντά. Οι άνθρωποι από το καταφύγιο μου είπαν ότι δεν ήμουν η μόνη που ενδιαφέρθηκε γι αυτόν. Πολλοί ήταν εκείνοι που πήγαν στο καταφύγιο με πρόθεση να τον υιοθετήσουν, αλλά μάλλον δεν ήταν και τόσο «φιλόζωοι» τελικά, ότι και αν σημαίνει αυτό.
 

Μάλλον νόμιζαν ότι ήταν…

Αρχικά πίστεψα ότι οι άνθρωποι από το καταφύγιο με είχαν παρεξηγήσει. Δεν πήρα μόνο τον Ρέτζι αλλά και όλα του τα πράγματα: Ένα μαξιλάρι σκύλου, μια τσάντα με παιχνίδια (τα οποία στην πλειοψηφία τους ήταν μπάλες του τένις), τα πιάτα του και ένα σφραγισμένο γράμμα από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη του.
 

Στην αρχή η συμβίωση με τον Ρέτζι δεν ήταν καθόλου εύκολη. Δεν μπορώ να πω ότι «δέσαμε» αμέσως. Προσπάθησα για πάνω από δυο εβδομάδες να τον βοηθήσω να προσαρμοστεί στο νέο του σπίτι. Ίσως τελικά να μην έπρεπε να προσπαθήσω τόσο σκληρά. Μπορεί να έπρεπε να το αφήσω να έρθει λίγο πιο φυσιολογικά. Ίσως πάλι να φταίει το ότι μοιάζαμε πάρα πολύ σαν χαρακτήρες.
 

Για κάποιο λόγο, τα περισσότερα από τα πράγματα του κατέληξαν με τις υπόλοιπες κούτες μου στην αποθήκη. Το μόνο που δεν αποχωρίζεται ποτέ είναι τα μπαλάκια του Τένις. Ειλικρινά, δεν πάει πουθενά χωρίς να κουβαλάει μια μπάλα με το στόμα του.
 

Σκέφτηκα ότι θα ήταν καλύτερα να μην του δώσω τα παλιά του αντικείμενα. Ότι θα προσαρμοστεί πιο εύκολα στο νέο του σπίτι, αν του πάρω καινούργια. Αλλά πολύ σύντομα κατάλαβα ότι έκανα λάθος.
 

Δοκίμασα να δώσω στον Ρέτζι τις συνηθισμένες εντολές που οι άνθρωποι από το καταφύγιο μου είπαν ότι γνώριζε. Για παράδειγμα το «κάτσε», το «μείνε», το «έλα» και το «σήκω». Καμιά όμως ανταπόκριση. Ποτέ δεν φάνηκε να με ακούει πραγματικά, όταν τον καλούσα με το όνομά του. Βέβαια μετά την τέταρτη ή την πέμπτη φορά με κοίταζε, αλλά στη συνέχεια μου γυρνούσε την πλάτη και έβρισκε να ασχοληθεί με οτιδήποτε άλλο. Όταν τον φώναζα ξανά, με πλησίαζε, μπορούσα όμως να καταλάβω ότι το έκανε με μεγάλη δυσαρέσκεια.
 

Αυτές τις πρώτες εβδομάδες ένιωθα ότι δεν είχα κουράγιο να προσπαθήσω περισσότερο. Ότι αυτή η σχέση δεν υπήρχε περίπτωση να λειτουργήσει.
 

Όταν τον έβλεπα να μασάει ένα ζευγάρι παπούτσια΄ή κάποια μη συσκευασμένα κουτιά, ήμουν πάντα αυστηρή μαζί του. Τον κοίταζα με δυσφορία, αλλά και αυτός δεν έχανε την ευκαιρία να μου ανταποδώσει το άγριο βλέμμα.
 

Η σχέση μας ήταν τόσο άσχημη που δεν μπορούσα να περιμένω να περάσει η δοκιμαστική περίοδος των 4 εβδομάδων. Έτσι αποφάσισα να τον επιστρέψω σύντομα στο καταφύγιο.
 

Άρχισα να ψάχνω την κάρτα με το τηλέφωνο των ιδιοκτητών του καταφυγίου. Μετά από αρκετή αναζήτηση θυμήθηκα ότι την είχα πετάξει στο κουτί με τα πράγματα του Ρέτζι. Μουρμούρισα μάλλον κυνικά καθώς κατευθυνόμουν προς την αποθήκη: «Αυτό το σκυλί μάλλον με καταριέται».
 

Άνοιξα το κουτί και άρχισα να ψάχνω την κάρτα με το τηλέφωνο. Την ώρα που έψαχνα, σήκωσα ασυναίσθητα το μαξιλάρι του Ρέτζι και το πέταξα προς το μέρος του. Μόλις το είδε ενθουσιάστηκε! Δεν τον είχα δει ποτέ τόσο χαρούμενο!
 

Πήρα το θάρρος να τον φωνάξω κοντά μου: «Μπράβο Ρέτζι! Έλα τώρα κοντά μου! Θα σου δώσω κάτι όμορφο να φας!»
 

Η χαρούμενη διάθεση του εξαφανίστηκε, η ουρά σταμάτησε να κινείται και μου έριξε ένα από εκείνα τα γνωστά βλέμματα γεμάτα απέχθεια.
 

Εκνευρίστηκα τόσο πολύ που δεν το σκέφτηκα περισσότερο. Σήκωσα το τηλέφωνο και κάλεσα το καταφύγιο. Δεν είχα πλέον καμία αμφιβολία. Ο Ρέτζι αύριο θα επέστρεφε στο καταφύγιο.
 

Όταν έκλεισα το τηλέφωνο, το βλέμμα μου έπεσε στον σφραγισμένο φάκελο που είχε αφήσει ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του Ρέτζι.
 

Εντάξει, Ρέτζι», είπα δυνατά, «ας δούμε μήπως ο προηγούμενος ιδιοκτήτης σου μπορεί να μου δώσει κάποια καλή συμβουλή».
 

Άνοιξα το γράμμα και άρχισα να διαβάζω:
 

«Σε όποιον παίρνει το σκυλί μου: 

Λοιπόν, δεν μπορώ να πω ότι είμαι χαρούμενος που διαβάζετε την επιστολή μου, μια επιστολή που άφησα στο καταφύγιο με την εντολή να την ανοίξει μόνο ο καινούργιος ιδιοκτήτης του Ρέτζι. Δεν είμαι φυσικά χαρούμενος ούτε αυτή τη στιγμή που γράφω αυτή την επιστολή.
 

Αν την διαβάζετε, αυτό σημαίνει ότι μόλις επέστρεψα από το καταφύγιο όπου τον άφησα για πάντα. Το ήξερε ότι η βόλτα μας δεν ήταν όπως όλες οι άλλες. Μάζεψα το μαξιλάρι του και τα παιχνίδια του και τα φόρτωσα στο αυτοκίνητο από την πίσω πόρτα. Μπορεί να μην με είδε αλλά ήξερε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Και όντως κάτι δεν πήγαινε καλά… για αυτό και εγώ πρέπει να προσπαθήσω να κάνω το σωστό.
 

Έτσι, επιτρέψτε μου να σας πω μερικά πράγματα για τον σκύλο μου με την ελπίδα ότι θα σας βοηθήσω να τον συμπαθήσετε και να σας συμπαθήσει και αυτός.
 

Πρώτον, αγαπά υπερβολικά τις μπάλες του τένις. Όσο περισσότερες τόσο το καλύτερο. Μερικές φορές νομίζω ότι είναι μισός σκίουρος με τον τρόπο που τις κουβαλάει. Έχει συνήθως πάντα δύο στο στόμα του, και προσπαθεί να βάλει και άλλη μια! Δεν το έχει καταφέρει ακόμη. Δεν έχει σημασία πού θα του τις ρίξετε. Αυτός θα τρέξει και θα τις βρει όλες. Αλλά να είστε προσεκτικός. Να προσέχετε να μην του τις πετάξετε κοντά σε δρόμο. Έκανα αυτό το λάθος μια φορά και παραλίγο να του κοστίζει την ζωή.
 

Στη συνέχεια, οι εντολές. Ίσως να σας έχουν μιλήσει για αυτές ήδη από το καταφύγιο, αλλά ας τα ακούσετε και από μένα: Ο Ρέτζι γνωρίζει τις προφανείς εντολές «κάτσε», «μείνε», «έλα», «σήκω».

Ξέρει επίσης μερικά σήματα με τα χέρια: το «πίσω», το «πάνω», το «κόλλα πέντε» και το «ξάπλωσε». Έχω εκπαιδεύσει τον Ρέτζι με μικρές λιχουδιές. Τίποτα δεν τον κάνει να κουνάει περισσότερο την ουρά του από μερικές λιχουδιές.
 

Σίτιση: δύο φορές την ημέρα, μία φορά περίπου στις επτά το πρωί και μια πάλι στις έξι το απόγευμα. Το καταφύγιο έχει τη μάρκα.
 

Έχει κάνει όλα τα εμβόλια. Καλέστε την κλινική στην ένατη οδό για να σας ενημερώσει. Μια προειδοποίηση: Ο Ρέτζι μισεί τον κτηνίατρο. Καλή τύχη όταν πρέπει να τον πάτε. Δεν μπορώ να καταλάβω πως, αλλά πάντα ξέρει ότι σκοπεύεις να τον πας στον κτηνίατρο.
 

Τέλος, δώστε του λίγο χρόνο. Δεν παντρεύτηκα ποτέ και για αυτό είχα στην ζωή μου μόνο τον Ρέτζι. Όπου πήγαινα τον έπαιρνα μαζί μου. Για αυτό σας παρακαλώ να τον παίρνετε και εσείς μαζί σας στις βόλτες σας. Αν φυσικά μπορείτε. Κάθεται ήσυχος στο πίσω κάθισμα, δεν γαβγίζει και δεν παραπονιέται. Αγαπά τους ανθρώπους και εμένα περισσότερο! Πράγμα που σημαίνει ότι θα δυσκολευτεί πολύ αν πρέπει να ζήσει με κάποιον άλλον.
 

Να σας πω επίσης ότι το όνομά του δεν είναι Ρέτζι.
 

Δεν ξέρω γιατί το έκανα αυτό αλλά όταν τον πήγα στο καταφύγιο τους έδωσα λάθος όνομα. Είναι ένα έξυπνο σκυλί, θα το συνηθίσει το καινούργιο του όνομα. Απλά δεν άντεχα να τους πω το πραγματικό του. Αν το έκανα αυτό θα έμοιαζε τόσο οριστικό. Ότι δεν θα τον έβλεπα ποτέ ξανά.
 

Το πραγματικό του όνομα είναι Τανκ. Ίσως γιατί είναι αυτό που οδηγώ.
 

Είπα στους ανθρώπους από το καταφύγιο ότι ο «Ρέτζι» θα είναι διαθέσιμος για υιοθεσία μόνο όταν έρθει η μετάθεση μου στο Ιράκ. Δυστυχώς οι γονείς μου έχουν πεθάνει, αδέρφια δεν έχω και το καταφύγιο ήταν η μόνη λύση για τον καλύτερο μου φίλο, τον «Ρέτζι».
 

Λοιπόν, αυτή η επιστολή μάλλον έχει γίνει πολύ καταθλιπτική αν και γράφω απλά για το σκυλί μου. Δεν μπορώ να φανταστώ τι θα έγραφα για την γυναίκα μου και τα παιδιά μου, αν είχα, αλλά ο Τανκ αυτή τη στιγμή είναι για μένα τα πάντα. Είναι η οικογένεια μου εδώ και περίπου 6 χρόνια.
 

Και τώρα ελπίζω και προσεύχομαι ότι θα γίνει και για εσάς η οικογένεια σας. Ότι θα προσαρμοστεί και θα σας αγαπάει όσο αγαπούσε και εμένα.
 

Αυτή η άνευ όρων αγάπη από ένα σκυλί, είναι αυτό που παίρνω μαζί μου φεύγοντας. Δίπλα του έμαθα τι σημαίνει αφοσίωση, ανιδιοτέλεια και πραγματική φιλία.
 

Εντάξει, νομίζω ότι έγραψα αρκετά. Αύριο πρωί θα πάω αυτό το γραμμα στο καταφύγιο. Δεν νομίζω όμως ότι θα μπορέσω να δω ξανά τον Τανκ. Έκλαψα πάρα πολύ την πρώτη φορά. Ίσως απλά να κρυφοκοιτάξω να δω τι κάνει. Να δω αν κατάφερε τελικά να πάρει και την τρίτη μπάλα του Τένις στο στόμα του.
 

Καλή τύχη με τον Τανκ. Δώστε του ένα καλό σπίτι και ένα φιλί για καληνύχτα – κάθε βράδυ – από μένα.
 

Σας ευχαριστώ,
 

Πωλ Μάλλορυ»

Δίπλωσα πάλι το γράμμα και το έβαλα πίσω στο φάκελο. Είχα ακούσει ξανά αυτό το όνομα. 

Όλοι στην πόλη το είχαν ακούσει, ακόμη και οι πιο «καινούργιοι» σαν και εμένα. Ο Πωλ Μάλλορυ ήταν ένα ντόπιο παιδί που σκοτώθηκε στο Ιράκ μερικούς μήνες πριν. Είχε τιμηθεί με το Ασημένιο αστέρι γιατί έδωσε τη ζωή του για να σώσει τρεις φίλους του. Όλες οι σημαίες κυμάτιζαν μεσίστιες εκείνο το καλοκαίρι.
 

Έσκυψα προς τα εμπρός στην καρέκλα μου και κοίταξα το σκυλί. «Γεια σου, Τάνκ» του είπα χαμηλόφωνα. Γύρισε το κεφάλι του και με κοίταξε με μάτια τόσο φωτεινά! Έπειτα ήρθε κοντά μου και κάθισε στα πόδια μου. Με κοίταξε περιμένοντας να ακούσει πάλι το όνομα που είχε να ακούσει μήνες.

«Τάνκ», του ψιθύρισα. Η ουρά του άρχισε να κουνιέται γρήγορα. Συνέχισα να ψιθυρίζω το όνομά του, ξανά και ξανά. Κάθε φορά τέντωνε τα αυτιά του. Σε λίγο τα μάτια του είχαν μαλακώσει. Έμοιαζε πιο ήρεμος από ποτέ. Χάιδεψα τα αυτιά του, έτριψα τους ώμους του, έσκυψα και τον αγκάλιασα. «Εγώ είμαι εδώ τώρα Τανκ, μόνο εσύ και εγώ. Ο παλιός σου φίλος, σε έδωσε σε μένα.» Σήκωσε το κεφάλι του και μου έγλειψε το μάγουλό.
 

«Θέλεις να παίξουμε μπάλα;» τον ρώτησα. «Ναι! Μπάλα! Σου αρέσει αυτό, έτσι δεν είναι;» 

Τέντωσε τα αυτιά του, σηκώθηκε και εξαφανίστηκε στο άλλο δωμάτιο.
 

Όταν επέστρεψε, είχε τρεις μπάλες του τένις στο στόμα του.»

Η εγκατάλειψη, δεν είναι η λύση


Λένε πως μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις... πως όμως να περιγράψεις μια τέτοια εικόνα. Στην άκρη του δρόμου, σε ένα χαντάκι, στη μέση του πουθενά, ένα μικρό κουτάβι, κοιτάζει απορημένο, σαστισμένο, φοβισμένο. Άραγε τι έγινε, που είναι η οικογένεια του. Έπρεπε να είναι μαζί τους, όμως δεν είναι πουθενά. Έτσι απλά περιμένει και περιμένει, μόνο, στην άκρη του δρόμου την οικογένεια του να έρθει να το πάρει.

Αυτό είναι μόνο ένα από τα χιλιάδες σκυλιά που αφήνονται στο δρόμο και στη μοίρα τους. Μια μοίρα προδιαγεγραμμένη. Η ζωή στο δρόμο είναι σύντομη. Πολύ γρήγορα η πείνα, η δίψα, οι αρρώστιες, ένα αυτοκίνητο ίσως, η ακόμα και οι αγέλες των άλλων αδέσποτων θα την κάνουν ακόμα πιο σύντομη. Ένα πτώμα στην άκρη του δρόμου θα μας θυμίζει την απρονοησία κάποιων ανθρώπων.

Πόσο εύκολο είναι τελικά να εγκαταλείψεις τον σκύλο σου στο δρόμο; Καμία από τις επερχόμενες συνέπειες δεν μπορούν να σου αλλάξουν την γνώμη;

Απεγνωσμένα βλέμματα, αδιάκοπη αναμονή και απελπισμένα μόνα κατοικίδια. Ίσως κάποιοι να νομίζουν πως όλα είναι υπερβολές, όμως μια πιο προσεκτική μάτια σε τέτοια ζώα θα σας το επιβεβαιώσει. Σκυλιά που περιμένουν τον ιδιοκτήτη τους με τις μέρες στο ίδιο σημείο, να κοιτούν στην ίδια κατεύθυνση - γιατί από εκεί που έφυγε περιμένουν πως θα έρθει.

Πιστεύετε ότι έχετε το δικαίωμα να πάρετε ένα σκύλο και έτσι απλά γιατί σας κούρασαν οι ευθύνες του, να το πετάξετε στο δρόμο;

Όταν αποφασίζουμε να αποκτήσουμε ένα σκύλο, καλά θα είναι να σκεφτούμε πολύ καλά την απόφασή μας αυτή. Οι ανάγκες ενός τέτοιου νέου μέλους της οικογένειάς μας είναι πολλές. Θα πρέπει να είμαστε όσο πιο σίγουροι μπορούμε γι΄αυτο που πάμε να κάνουμε. Να υπολογίσουμε πολύ προσεκτικά τον χρόνο, το χρήμα, τα αποθέματα κουράγιου που χρειάζονται έτσι ώστε να αντεπεξέλθουμε σε μια νέα πρόκληση όπως είναι το μεγάλωμα ενός σκύλου.

Αν παρόλα αυτά έχουμε κάνει λάθος, θα πρέπει να βρούμε τρόπο να δώσουμε το ζώο μας κάπου αλλού. Κάπου, κάποιος θα το έχει ανάγκη. Μπορεί ίσως να πάρει λίγο χρόνο παραπάνω, δεν είναι όμως ακατόρθωτο.
 

Να θυμάστε πάντα πως η εγκατάλειψη, δεν είναι η λύση...

Το συρματόπλεγμα της θυσίας


Σε κάθε αναπνοή ένιωθα την ανάγκη να σε μυρίζω. Σε κάθε μου βήμα ήσουν η ανάγκη να ζω. 


Δεν ήθελα ποτέ να σε χάσω... Δεν με ένοιαζε η "φυλακή μου", ήταν το μοναδικό δικό μου πράγμα μετά από σένα απ' τη μέρα που γεννήθηκα. Δεν είχα πολλά ανάγκη μόνο την αληθινή σου αγάπη, αυτή την μοναδική και ανιδιοτελή αγάπη που είχα και εγώ για σένα. 

Όταν σε έβλεπα δακρυσμένο, όταν σε έβλεπα να περπατάς με σκυφτό το κεφάλι και να καπνίζεις με μανία, παρακαλούσα τον θεό να σου λύσει τα προβλήματα σου και να πάρει από μένα τις μέρες που σου χρωστούσα. Γιατί αν δεν ήσουν εσύ δεν θα ζούσα. 

Σου χρωστάω ΝΑΙ σου χρωστάω και ο μοναδικός τρόπος για να σου ξεπληρώσω το δώρο που μου έκανες σώζοντάς με απ' τις ράγες του τρένου, είναι μόνο με ζωή! 

Για μένα δεν είσαι ένας απλός άνθρωπος για μένα είσαι ο άγγελος μου. Γιαυτό και σε ακολουθούσα πάντα πιστά. Σε προστάτευα και σε αγαπούσα πάνω απ' την ζωή μου όπως και εσύ. 

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα παιχνίδια μας, δεν θα ξεχάσω ποτέ που με τάιζες στο στόμα,και μοιραζόσουν μαζί μου ακόμη και το λίγο φαγητό που είχες για σένα. Δεν θα ξεχάσω τις απέραντες βόλτες δίπλα στο ποτάμι και τα μυστικά που μοιράστηκες μαζί μου... μόνο μαζί μου. Μέχρι εκείνην την στιγμή που χρειάστηκε να κόψω το συρματόπλεγμα της ζωής μου και να περάσω στο θάνατο για να σε σώσω. 

Όχι μην κλαις, δεν το μετάνιωσα... και την επόμενη ζωή μου θα σου χάριζα ακόμη, ακόμη κι άλλες δέκα ζωές γιατί σου αξίζουν. Μόνο που να, λυπάμαι που δεν θα βλέπω τα μάτια σου να με κοιτάζουν με λατρεία. Μόνο που να, λυπάμαι γιατί είχαμε πολλά να ζήσουμε ακόμη μαζί. Μόνο που να, δεν πρόλαβα να σε δω να γίνεσαι πατέρας και να χαρώ με την χαρά σου. Μόνο που θα ευχόμουν να μην χρειαζόταν ποτέ να μπω μπροστά στην σφαίρα που προοριζόταν για σένα, για να σε σώσω... 

Όχι που μετάνιωσα την πράξη μου αλλά μακάρι να μην είχε επέλθει το μοιραίο λάθος του κυνηγού. Μακάρι. Όχι για μένα αλλά να, για να μπορούσα να ζήσω ακόμη λίγο μαζί σου. Λίγο ακόμη... ώσπου να ήταν θέλημα θεού... όλα αυτά είπαν τα μάτια του τετράποδου φίλου του, καθώς έσβηνε στην αγκαλιά του χαρίζοντάς του την ζωή. 

Και πέρασε απ' το συρματόπλεγμα της ζωής στην αιωνιότητα της καρδιάς...

Ο Μοναδικός πιστός του φίλος, Ο Μπρούνος.


Συγκινητική εξομολόγηση: Ο σκύλος μου με έμαθε να αγαπώ και με έκανε καλύτερο άνθρωπο


Πριν τρία χρόνια περίπου, με ρώτησε ένας φίλος μου αν θα ήθελα ένα σκύλο. Κατηγορηματικά απάντησα όχι χωρίς να τον αφήσω να μπει σε λεπτομέρειες γιατί υποστήριξα πως έχω έλλειψη χρόνου και χώρου και δε θέλω να το έχω δυστυχισμένο.


Μετά από ένα μήνα ο ίδιος φίλος μου με ρώτησε αν θυμάμαι την ερώτηση που μου είχε κάνει.. Του απάντησα ναι, αλλά του ξανα είπα είπα πως δε θέλω σκύλο. Τον άφησα όμως να μου πει λεπτομέρειες για τον σκύλο που ήθελε να πάρω.


 Ένα χειμωνιάτικο πρωινό έξω από το πατρικό του σπίτι στο Φάληρο, πέρασε ένα αυτοκίνητο ..εν κινήσει.. ανοίξανε την πίσω πόρτα του αυτοκινήτου και πέταξαν τον σκύλο έξω. Ο σκύλος έτρεχε από πίσω τους, ήθελε να τους προλάβει, έτρεχε πανικόβλητος μη τους χάσει.. μάταιη η προσπάθεια όμως.. Έχασε τα ίχνη τους και μετά από τόσο τρέξιμο κούραση και απογοήτευση βρήκε μια γωνιά να κοιμηθεί..

Πέρναγαν οι μέρες..περίμενε μήπως τον ξέχασαν και ήλπιζε πως θα γυρίσουν να τον πάρουν..τα βράδια έκλαιγε και φώναζε σαν τους λύκους που καλούν τις αγέλες.. Μικρά παιδιά καθημερινά τον χλεύαζαν και του πετούσαν πέτρες.. Δεν ήξερε τι σημαίνει να μένεις στο δρόμο, τον χτύπησε και μηχανή.


Μια μέρα ένα καλός κύριος, ο κύριος Βασίλης , πατέρας του φίλου μου που σας έλεγα, πάρκαρε το αυτοκίνητο του έξω από το σπίτι του, και εκεί τύχαινε να έχει κάνει την κρυψώνα του ο σκύλος. Ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου ο κύριος Βασίλης και σαν σίφουνας ο σκύλος τρέχει για να μπει μέσα..στην γνώριμη και γλυκιά ζεστασιά που του στέρησαν με πόνο. Ο κύριος Βασίλης, με την καλή του την καρδιά του έδωσε να φάει κάτι. 


Απ' την επόμενη μέρα ο κύριος Βασίλης φρόντιζε καθημερινά τον σκύλο δίνοντας του κονσέρβες και νεράκι. Η ευγνωμοσύνη του σκύλου ήταν μεγάλη,φαίνονταν στα μάτια του.... 
 

Και εδώ ξεκινάει η κοινή μου ιστορία με αυτόν το σκύλο... 

Όταν άκουσα την περιπέτεια του λέω στον φίλο μου. ΦΕΡΤΟΝ ΕΔΩ.

Φεύγει, με παίρνει τηλέφωνο μετά από λίγο, μου λέει άνοιξε είμαι από κάτω.. ανεβαίνουν..βγαίνουν απ' το ασανσέρ.. και αντικρίζω μια μεγάλη μαύρη ημίαιμη λύκαινα.Ήταν πολύ φοβισμένη και μεγάλη σε ηλικία. Ούτε έφαγε ούτε ήπιε νερό, έμεινε ακίνητη για 25 ώρες σε μια γωνία, το μόνο που έκανε ήταν να παρατηρεί κάθε μου κίνηση. 

Μετά το πέρας του 25ώρου πλησίασα με μια λαχταριστή λιχουδιά και άρχισα να την χαϊδεύω και να της μιλάω. Της είπα, τώρα κορίτσι μου τελείωσαν τα βάσανα σου, θα είμαστε μαζί. Με κοίταγε περίεργα σαν να μου έλεγε θα κάνω τα πάντα για σένα, όμως μη με προδώσεις σε παρακαλώ και εσύ.




Από εκείνη τη μέρα άλλαξε όλη η ζωή μου, όπως και η δική της. Έμαθα να αγαπάω πολύ και έγινα καλύτερος άνθρωπος, βοήθησα πολλά ζώα και πολλούς ανθρώπους, με έκανε να δώσω σημασία και να νιώσω τον πόνο των αδύναμων. 

Δε ξέρω το παρελθόν της, το μόνο που ξέρω είναι ότι αν πεθάνω, θα πεθάνει και αν πεθάνει θα χάσω ένα κομμάτι της ζωής μου. Η Λυδία..αυτό είναι το όνομα της τα τελευταία 3 χρόνια που ζούμε μαζί. Της έδωσα το όνομα που ήθελα να δώσω στο παιδί μου αν κάνω κόρη. Δε ξέρω αν θα ζει μέχρι να κάνω παιδί, αλλά σίγουρα το παιδί μου θα ξέρει πια ήταν η Λυδία,τι σήμαινε για μένα και θα το μεγαλώσω με τις αρχές που με δίδαξε εκείνη. 

ΑΓΑΠΗ για τον συνάνθρωπό μου και για τα ζώα, ΒΟΗΘΕΙΑ σε κάθε αδύναμο πλάσμα που θα βρεθεί μπροστά μου, ΠΙΣΤΗ στον ευαυτό μου.


Αφιερωμένο στον γείτονα που αφήνει το σκύλο του να υποφέρει στη ταράτσα


Aγαπητέ γείτονα που αφήνεις το σκυλάκι σου στη ταράτσα 24 ώρες το 24ωρο, θέλω πραγματικά να σε ρωτήσω αν μέσα σου νιώθεις τόσο φιλόζωος όσο και διατυμπανίζεις εδώ και εκεί ότι είσαι.
 
Δε θα σταθώ στη πράξη σου που είναι άνομη παρόλο που θα ήθελα να σε σύρω στα δικαστήρια. Αλλά δεν μπορεί ο σκύλος σου να καταθέσει και για μένα αυτό θα είχε ενδιαφέρον. Να μπορούσε το σκυλάκι σου να μιλούσε και να έλεγε την άποψη του.

Αυτό, όμως, δεν είναι εφικτό και αναλαμβάνω εγώ να σου θέσω κάποια ερωτήματα:

 

1. Υιοθέτησες ένα ζώο για να το έχεις σε ένα μέρος που δεν έρχεται σε επαφή με κανέναν άνθρωπο; Θέλησες να είναι πιο κοντά στα πουλιά ή στο Θεό; Σου είπαν τα άνωθεν ντουβάρια ότι νιώθουν μοναξιά και είπες να τακτοποιήσεις το ζήτημα με αυτόν τον τρόπο; Νομίζεις ότι τρομάζεις τους ληστές που γλυκοκοιτάζουν τα ψωρουπάρχοντα σου; Βρε ανόητε, οι ληστές θα φοβηθούν ένα περιορισμένο σκύλο στη ταράτσα; Είσαι τόσο αφελής;

2. Αλήθεια δεν έχεις σκεφτεί πως και τα ζώα νιώθουν μοναξιά; Δε σου έχει περάσει ποτέ από το μυαλό πως η ζωή που έχεις αναγκάσει να ζει αυτός ο σκύλος είναι άθλια; Πως αισθάνεσαι, αλήθεια, σαν δεσμοφύλακας; Ηδονίζεσαι; Θρέφεις τα απωθημένα που έχεις για αρχομανία; Είσαι ένας φασίστας που απολαμβάνει τις σαδιστικές του πράξεις; Νιώθεις σημαντικός που ελέγχεις τη ζωή ενός πλάσματος που δε μπορεί να δραπετεύσει; Φτιάχνεσαι όταν σου ζητά λίγη προσοχή ή ένα χάδι;

3. Πες μας αλήθεια φιλόζωε, που δηλώνει ότι το ζωάκι είναι καλύτερα στη ταράτσα από ό,τι θα ήταν στο δρόμο, εσύ έχεις προσπαθήσει να μείνεις κλεισμένος για μία εβδομάδα στο ίδιο μέρος; Να αφοδεύεις, να κοιμάσαι και να τρως δίπλα- δίπλα. Να γυρνάς το κεφάλι σου για να δεις κάτι καινούριο και το μάτι σου να πέφτει στο τοίχο και στο κενό. Να ψάχνεις για επαφή και να τυλίγεσαι κουβάρι για να αγκαλιάσεις τον εαυτό σου; Γιατί δεν δοκιμάζεις να ζήσεις για μία μόνο εβδομάδα ή μία μόνο μέρα τη ζωή που έχεις αποφασίσει να ζήσει αυτό το σκυλάκι; Γιατί δε μπαίνεις λίγο στα παπούτσια του να δεις πως είναι;

4. Πραγματικά, δεν έχεις ακούσει ποτέ πως τα σκυλιά δεν αντέχουν το έντονο κρύο ή τη ζέστη; Σε αφήνει παγερά αδιάφορο να υποφέρει ένα ζώο λόγω της βλακείας σου, ε; Θεωρείς πως μπορεί να προφυλαχθεί σε ένα μικρό σκέπαστρο ή σε ένα μικρό πρεβάζι; Θυμώνεις που το ακούς να φωνάζει, ε; Ανεβαίνεις και το μαλώνεις…  Θεωρείς ότι δεν το έχεις εκπαιδεύσει σωστά. Δε σου είπε κανείς ότι αυτό δεν είναι εκπαίδευση αλλά βασανισμός; Άτιμε, θα ήθελες να σε αφήσουν μια ώρα πάνω στο μπετόν να ψηθείς σαν μπριζόλα; Ή θεωρείς ότι είσαι κάτι περισσότερο από ένα κομμάτι κρέας;

5. Αλήθεια, τόσο μικρή είναι η ψυχή σου που δεν μπορεί να χωρέσει μια τόσο αθώα ύπαρξη; Γιατί, στο ξαναλέω η πράξη, η δράση και η στάση σου δε δείχνουν αγάπη. Είσαι ένας ανάπηρος συναισθηματικά άνθρωπος που προσπαθείς να πείσεις τους γύρω σου για το αντίθετο. Δε θα μου έκανε καθόλου εντύπωση αν αυτό το σκυλί που έχεις παρατημένο, μεταμορφωθεί μια στιγμή σε ένα άγριο θηρίο και μπήξει στο λαιμό σου τα μικρά αλλά τόσο κοφτερά του δόντια. Και τότε δε θα σε λυπηθώ. Κανείς δε θα σε λυπηθεί. Γιατί δε ξέρω αν το έχεις καταλάβει, αλλά η οργή όλων έχει ξεχειλίσει μαζί σου.
 
Σε λίγο θα έρθουν και θα πάρουν τη βασανισμένη ύπαρξη από κοντά σου. Θα μείνεις μόνος και θα είσαι καταδικασμένος στη μοναξιά ακόμα και αν γύρω σου υπάρχουν δεκάδες άνθρωποι. Δε θα τολμήσεις να πάρεις άλλο σκύλο. Αν το κάνεις, όλοι εμείς που παρακολουθούσαμε τη καθημερινή σου βιαιότητα, θα σε κατασπαράξουμε. Γιατί έχουμε και εμείς δόντια. Και κάτι ψοφίμια σαν και εσένα, δεν τα θέλουμε γύρω μας. Βρωμάει ο τόπος μαζί τους και δεν το επιτρέπουμε.

Αφιερωμένο σε αυτόν τον γείτονα που αφήνει το σκύλο του να υποφέρει στη ταράτσα και έχει ειδοποιηθεί πως αν δεν μάθει να φέρεται στο σκύλο του σωστά, θα χάσει το δικαίωμα ιδιοκτησίας του ζώου και θα μηνυθεί. Και, φυσικά, σε όλους τους ομοίους τους.

Στα άθλια αυτά τομάρια που νομίζουν πως αγαπάνε κιόλας.

Αφιερωμένο στην γιαγιά Φλώρα..




Κάθε μέρα ακουμπάει το κεφάλι της στα γόνατα μου και κλαίει.

Όχι, η γιαγιά Φλώρα δεν κλαίει γιατί την μάλωσα, ούτε γιατί της βάζω δάκρυα για τον καταρράκτη.

Κλαίει γιατί έχει ένα μπολ γεμάτο τροφή και δεν ψάχνει στα σκουπίδια για να φάει.


Κλαίει γιατί κοιμάται σε ένα κήπο με αυτοσχέδιο κρεβάτι από παλιά μαξιλάρια και κουβέρτες και όχι στην άσφαλτο.


Κλαίει γιατί κάθε μέρα έχει καθαρό νερό και δεν θα χρειαστεί της ζεστές μέρες του καλοκαιριού να κάνει χιλιόμετρα για να βρει μια γούρνα από ζεστό νερό με λάσπη.


Κλαίει γιατί μετά από χρόνια κάποιος της δίνη χάδια και όχι κλοτσιά, δεν θα υπάρχει κάποιος να την φοβίζει….

Αυτή είναι η γιαγιά Φλώρα η αδέσποτη, έτσι είναι όλα τα αδέσποτα που μεγάλωσαν στο πεζοδρόμιο .


Ξέρουν να εκτιμάνε πράγματα.


Ξέρουν να σέβονται καταστάσεις.


Μα πιο πολύ ξέρουν να αγαπάνε γιατί ξέρουν την ζωή στο πεζοδρόμιο.

Όποιος δεν έχει ζήσει στο πεζοδρόμιο αποκλείεται να ξέρει τι πάει να πει να είσαι τίμιος και ειλικρινής και ταυτόχρονα παράνομος.


Όποιος δεν έχει ζήσει στο πεζοδρόμιο καλά θα κάνει να το βουλώνει όταν η κουβέντα φτάνει σε θέματα όπως η μοναξιά και η ανασφάλεια.


Όποιος δεν έχει ζήσει στο πεζοδρόμιο πώς να εκτιμήσει την ζεστασιά από τα μάτια σου και την ομορφιά σου κούκλα μου;


Φώτο - Κείμενο Γιάννης Λίγγος

Τα μάτια που σε στοιχειώνουν..




Γράφει ο Βαγγέλης Βενσερέμος

 

Είναι πρωί, απόγευμα ή βράδυ. Καλοκαίρι ή χειμώνας. Κάνει κρύο ή ζέστη ή βρέχει. Δεν έχει σημασία. Είναι η λεπτομέρεια που δεν κάνει καμία διαφορά.

Το χωρίς σημασία...background.


Περπατάς, οδηγείς, πας μια βόλτα ή για δουλειά και διασταυρώνεσαι με "αυτά" τα μάτια. 


Υπέροχα μάτια, τετράποδοι οι κάτοχοι, μα ανθρώπινο θαρρείς το βλέμμα τους.

Δεν ανήκεις σε αυτούς που θα αδιαφορήσουν πνιγμένοι στην καθημερινότητα και ευτυχώς ούτε σε αυτούς που έχουν μια μαύρη τρύπα στη θέση της καρδιάς και θα τα χτυπήσουν-τρομάξουν-διώξουν-κακοποιήσουν.


Πλησιάζεις είτε με λίγη τροφή στο χέρι, είτε να δώσεις ένα χάδι. Τους μιλάς.... Αρχίζεις το σφύριγμα και τα "ψιψιψι".


Κάποια περιμένουν και κουνάνε την ουρά με χαρά ή κουτουλάνε το κεφάλι τους στα πόδια σου. Άλλα φοβικά-κακοποιημένα τρέχουν να εξαφανιστούν. Και κάποια είναι στο μεταίχμιο του να μείνουν ή να τρέξουν.


Αυτά τα μάτια όμως... Πόσα λένε. Ιστορίες ολόκληρες για το πόσο έχουν πονέσει. Το ξύλο που έχουν φάει. Την πείνα, τη δίψα, τον πόνο, τη μοναξιά, τον φόβο... 


Μια στιγμή αν σταθείς να τα διαβάσεις γράφεις βιβλία ολόκληρα με τις διηγήσεις τους. Θες να τα πάρεις όλα στο σπίτι σου. Ξέρεις πως δεν γίνεται. 


Νιώθεις ένα τίποτα και τόσο μικρός!


Σιχαίνεσαι
αυτό το "περίφημο ανώτερο ανθρώπινο είδος" καθώς βλέπεις σε αυτά τα μάτια τις συνέπειες της δήθεν ανωτερότητας. Κι αυτά τα μάτια σε στοιχειώνουν. Σε κυνηγάνε παντού. Σε ακολουθούν σε κάθε βήμα. Τα ονειρεύεσαι. Καθρεφτίζονται σε ο,τι κοιτάς. Στο τέλος τα βλέπεις μέσα στα δικά σου μάτια.


Απορείς πως γίνεται κι αντέχουν κάποιοι να τα αγνοούν ή ακόμη χειρότερα να τους δίνουν κι άλλες πληγές να διηγηθούν...


Έχεις λίγη τροφή στο χέρι ή ένα χέρι με χάδια καρδιάς μόνο. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτε άλλο. Και διαβάζεις... :


"Είχα ένα σπίτι κάποτε. Δεν χωρούσα είπαν. Μεγάλωσα πολύ. Με έδιωξαν. Γιατί;"


"Έκαναν μωρό και με πέταξαν έξω. Μα το αγαπούσα κι εγώ το μωράκι." 


"Ζω μια ζωή στο δρόμο. Οι άνθρωποι είναι κακοί."


"Ψάχνω τα μωρά μου. Άκουσα τα πήγαν κάπου που το λένε κάδο. Που είναι τα μωρά μου;"


"Πήγαμε μια μεγάλη βόλτα. Και μπήκαν όλοι στο αυτοκίνητο και μετά με άφησαν εδώ. Δεν ξαναγύρισαν. Θα έρθουν; Ξέρεις;"


"Κάποιος με λυπήθηκε και άφησε φαγητό. Έφαγα αλλά τώρα πονάω απίστευτα. Φρικτός πόνος. Λένε εδώ γύρω περαστικοί έφαγα φόλα. Δεν θα είναι κάτι καλό αφού νιώθω να πεθαίνω. Γιατί; Τι έκανα;"


"Με κλώτσησαν. Με χτύπησε ένα αμάξι. Με έδειραν. Εύχομαι να μην υπήρχα. Πάρε το χέρι σου σε παρακαλώ γιατί φοβάμαι. Οι άνθρωποι είστε επικίνδυνοι και όσο και να μην είσαι κακός δεν μπορώ πια να σε εμπιστευτώ."


Κι άλλες πολλές ιστορίες. Όχι επιγραμματικά. Σελίδες ολόκληρες. 


Λιώνει η καρδιά, πονάς, δακρύζεις και απορείς ακόμη πως γίνεται να μη μας στοιχειώνουν όλους αυτά τα μάτια. Αναρωτιέσαι κι εσύ γιατί... Θυμώνεις, στενοχωριέσαι, απογοητεύεσαι.
 

Κι όμως αυτά τα μάτια, βασανισμένα, νηστικά, πεινασμένα, φοβισμένα, κακοποιημένα, έχουν γλύκα στο βάθος τους. Έχουν ακόμη αγάπη. Το άγνωστο πια συναίσθημα για τη πλειοψηφία των ανθρώπων. Έχουν αγάπη. Και τη δύναμη να σε συγχωρήσουν, να σε αγκαλιάσουν, να σε παρηγορήσουν.

Δεν έχουν κακία και δόλο. Και ξέρεις πια πως δεν είσαι τίποτα. Δεν έχεις τέτοιο μεγαλείο ψυχής. 


Και τα μάτια που σε στοιχειώνουν είναι τίποτα εμπρός στο πως έχει στοιχειώσει, κυριολεκτικά και μεταφορικά, το δικό σου είδος τις ψυχές τους. 


Συγγνώμη...

Το δευτερόλεπτο πριν την ευθανασία..


Σηκωνόταν με δυσκολία, έκανε ένα, άντε δύο βήματα, άφηνε μια κηλίδα αίμα και στο επόμενο βήμα παραδινόταν. Τον χάιδευα. Δεν ήξερα τι άλλο να κάνω. Μου έγλειφε το χέρι. Νύχτα σκληρή. Κάποτε ξημέρωσε. Τόσο δα. Περίμενα το πιο πολύ της μέρας. Τηλεφώνησα στον γιατρό. «Νομίζω δεν έχει νόημα», «Θα έρθω».

Τον έσφιξα στην αγκαλιά μου, μα αμέσως τρόμαξα. Ξαφνικά εύθραυστος. Αυτό με μαχαίρωσε. Ότι δηλαδή έπρεπε να υπολογίζω τη δύναμη της αγκαλιάς μου. Ήταν και το βλέμμα του. Μια το απέφευγα και μια... Πώς σπαρταράει το ψάρι στο δόλωμα, ανίκανο πια να δραπετεύσει; Έτσι! Σπαρταράγαμε κι οι δυο αγκιστρωμένοι στα βλέμματά μας. «Α ρε Ρουντολφάκο», έλεγα σχεδόν μονότονα.

Αγκαλίτσα κατεβήκαμε στο σαλόνι. Τον άφησα και δεν τον άφησα τυλιγμένο σε μια κουβέρτα καρώ. Πήγα κουζίνα. Πηγαινοερχόμουν σαν χαζή. Έβγαλα ένα μπουκάλι ρακή από την κατάψυξη. Ετοίμασα σ΄ ένα πιάτο μεζέδες. Στον γιατρό άρεσε η ρακή. Άρεσαν οι συζητήσεις και οι διαφωνίες. Άρεσε να παρατηρεί. Άρεσε να πίνει τον καφέ του στο Θησείο για να κοιτάει Ακρόπολη. Άρεσε να σπουδάζει φιλοσοφία στο ελεύθερο πανεπιστήμιο. Στον γιατρό άρεσε η ζωή και την τιμούσε. Και μένα μου άρεσε το πώς γελούσε. Είχαμε κάνει πολλά γέλια μαζί. Αυτό κυρίως. Μόνο σε τέτοιον γιατρό θα εμπιστευόμουν την ευθανασία του.

Ήρθε! Χαμογέλασε. Χαμογέλασα και γω. Πήγαμε κοντά του. Τον χάιδεψε. Μετά είπε ότι θα τον εξέταζε. Και γω είπα «θα φέρω κάτι να πιούμε». Του μιλούσε γλυκά όταν εγώ ακούμπησα τον δίσκο με τα καλούδια στο χαμηλό τραπέζι. «Όντως», είπε ξεκρέμαστα. Ένα εκκρεμές «όντως» και μετά ένα «Ναι. Νομίζω πρέπει να προχωρήσουμε». Κατάλαβα. Είχα καταλάβει από μέρες. Ήξερα. Όλα στο μυαλό προδιαγεγραμμένα τα είχα. Και όλα ενώνονταν με τη μνήμη της γιαγιάς μου της Άρτεμης. Χρόνια στο κρεβάτι, ανήμπορη από ένα εύστοχο εγκεφαλικό. Σύνολο 5! Ούτε μέρα δεν έμεινε, χωρίς κάποιον από μας δίπλα της, να τη χαϊδεύει. Τι να το κάνεις; Ξεκινήσαμε από το «Θες να σου φέρω γιαγιάκα μου κρεμούλες από τον Ασημακόπουλο;», «Αν δεν είναι κόπος κοτούλα μου, θέλω» και εκείνη να γλύφει το κουταλάκι με κλειστά μάτια. Καταλήξαμε στο «Θέλω να μου βάλεις δυο φτερά στους ώμους μου να πετάξω». Αυτά τα άτιμα τα φτερά! Πού τα πουλάνε; Πάντα ήθελα να' μαι αποτελεσματική. Δυο γαμημένα φτερά! Γιατί να βασανίζεται έτσι ο άνθρωπος; Πόσο πιο ακριβολογώντας να ζητήσει την ευθανασία;

Τυχερός ο σκύλος μου ο Ρούντολφ. Όλα προδιαγεγραμμένα και πανέτοιμα. «Δεν βάζεις λίγο μουσική;». Έβαλα. «Πάμε κοντά στον ήλιο». Μια αχτίδα έπεφτε στο πάτωμα και μου φάνηκε τόσο όμορφη με κείνα τα σκονάκια που χόρευαν τρελά στο φως της. Κάθισα οκλαδόν δίπλα στο τραπέζι. Τον αγκάλιασα. Τον φίλησα. Ανασήκωσε απότομα το κεφάλι του. Το έστρεψε. Με τον γιατρό ακολουθήσαμε το βλέμμα του. Μια μυρουδιά μάλλον ξεσήκωσε τη μυτούλα του. Την κούνησε τόσο δα. «Του μύρισε» είπε ο γιατρός και γέλασε. «Του αρέσει ο καπνιστός σολωμός. Αποκλείεται να λιγουρεύτηκε το αγγουράκι. Καπιταλόσκυλο», «Γιατί δεν του δίνεις να φάει;». Αμηχανία δευτερολέπτων. Τράβηξα τα χείλη μου σαν κλόουν και έκανα περίεργους μορφασμούς. «Να του δώσω;» ρώτησα με τεράστιο δισταγμό. «Γιατί όχι;» αναρωτήθηκε ο γιατρός και μάλιστα ανασήκωσε και τους ώμους του, υπερτονίζοντας το ανούσιο των λόγων μου. Αμηχανία. Μετά με άκουσα να του απαντώ «Μήπως του κάνει κακό;»….Το είπα και έμεινα. Λες από μπαταρία. Άκου «μήπως του κάνει κακό», σε ένα σκυλί που στο επόμενο δευτερόλεπτο δεν θα υπήρχε! Και ήμουν εγώ που αναλάμβανα ακέραιη την ευθύνη της μη ύπαρξής του. Και ήμουν εγώ που δήλωνα έτοιμη, πανέτοιμη, προετοιμασμένη. Και ήμουν εγώ που προσκόμιζα τα φτερά που αναζητούσε η γιαγιά μου η Άρτεμις. Ήξερα τι έκανα. Ήξερα; Σας το ορκίζομαι, ήξερα. Κι έρχονταν το μυαλό. Το ηλίθιο, ανθρώπινο μυαλό, να σκάσει κεφαλάκι στο τελευταίο δευτερόλεπτο, στον τελευταίο γύρο. Στυγνός αφέντης και καλά, σε ένα σύμπαν αισθημάτων και ενστίκτου. «Μήπως του κάνει κακό;» Μανιέρες. Ζούμε με μανιέρες. Περπατάμε με μανιέρες. Φορτωμένοι με το βαρίδι του κωμικοτραγικά καταδυναστευτικού ΚΑΛΟ-ΚΑΚΟ. Κι έτοιμοι να σφάξουμε καθαρές αισθήσεις για πάρτη του. Πόσα«κακά» έγιναν στην ανθρωπότητα γιατί δήθεν υπηρέτησαν το εποχιακά οριζόμενο ως «καλό»;

Δυνάμωσε τη μουσική. Χαμόγελο της Τζοκόντας. Χατζιδάκις. Ένα κομμάτι σολομός στο στόμα του. Φιλί. Φιλί. Φιλί. Φιλί. Πετάξαμε κι οι δυο πάνω από το «καλό» και το «κακό». Σ΄ έναν κόσμο ανομάτιστο αλλά απόλυτα γνώριμο. Το λες αγάπη; Αχ! Αυτό σηκώνει μεγάλη κουβέντα.

ΥΓ.1: Πόσο σου πάνε τα φτερά Ρουντολφάκο!

ΥΓ.2: Δημήτρη Γαρμπή, όπως βλέπεις σε θυμάμαι πάντα.


Στρίγκλα και καλλονή..


Μια στρίγκλα, σου λέω, που τη λάτρεψα έντεκα χρόνια και με τυράννησε άλλα τόσα. Τόσο όμορφη όμως που σου κοβόταν η ανάσα. Το πρώτο πλάσμα που μ’ έκανε κυριολεκτικά ό,τι ήθελε. Μια φορά όλη κι όλη, μια φορά σ’ τ’ ορκίζομαι, αποφάσισα ν’ αντισταθώ στην αδυναμία μου και να λείψω πέντε μέρες χωρίς να την πάρω μαζί μου, και ξέρεις πώς μ’ εκδικήθηκε; Μπορείς να φανταστείς πώς; Πέθανε! Ναι, σου λέω, πέθανε. Και κανείς δε θα μου βγάλει από το μυαλό πως πέθανε για να με τιμωρήσει. Η ανόητη, η τρελή, η άπονη. Αυτοκτόνησε.

Τέσσερις ημέρες έφτασαν. Έπεσε μες στο πανέρι της, πάνω σε μια φούστα μου (που της έβαλα για να με νιώθει κοντά της), κι αρνήθηκε να φάει, να πιει, να ζήσει. Και το πέτυχε, το άκαρδο. Πέτυχε να μου ανταποδώσει το σπαραγμό της γιατί έφυγα και την άφησα.

Έτσι, σαν ένα μεγάλο μαχαίρι με στόχευε πίσω από την πόρτα του γυρισμού μου η είδηση του θανάτου της. Κι ο κόσμος σκοτείνιασε στις εννιά το πρωί, καθώς ένα γογγητό βγήκε από την καρδιά μου και κατρακύλησε σε χείμαρρο από δάκρυα. Πήρα το δρόμο με τα πόδια κλαίγοντας. Να ’ναι άνοιξη, να ’ναι ο ουρανός γεμάτος δώρα από φως, να σου χαμογελούν τ’ ανοιχτά παράθυρα των σπιτιών ανεμίζοντας τις κουρτίνες τους και να χάνεις το νόημα της ζωής χάνοντας ένα τοσοδούλικο ζωάκι;

Μην παραξενεύεσαι! Ένα σκυλί αποδέχεται ό,τι αγάπη διαθέτεις. Όσο χρειάζεσαι να δώσεις, όλη την αγάπη που οι άνθρωποι γύρω σου προσπερνούν. Κι όσο περισσότερο του δίνεις, τα μάτια του σου επιστρέφουν καταρράκτες χαράς κι ευγνωμοσύνης. Τρυπώνουν μέσα σου και σε χαϊδεύουν σαν όλα τα χέρια που σ’ εγκαταλείψανε.

Και να ’μαι τώρα καρφωμένη με τούτο το μαχαίρι της ενοχής, ολομόναχη, να ντρέπομαι να κυκλοφορήσω το απελπισμένο πρόσωπό μου, γιατί άλλο δεν μπορώ να πω παρά η Νίνα πέθανε και προκάλεσα ’γώ το θάνατό της, και ποιος να καταλάβει τέτοιο σπαραγμό και τόση ερημιά.

Εκείνη μεγάλωνε σ’ ένα κοφίνι μαζί με τον αδελφό της σ’ ένα μαγαζί του Παρισιού, ζεστή. Εγώ περπατούσα ξεπαγιασμένη, αυτοεξόριστη στους μεγάλους δρόμους της πατρίδας της. Χούντα. Παραμονές Χριστουγέννων κάθε ξενιτεμένος νιώθει πιο έρημος. Όλοι οι άλλοι περπατούν πιο ζωηρά, μιλούν χαρούμενα, ψωνίζουν, μέσα στο σκηνοθετημένο παραμύθι του χριστουγεννιάτικου Παρισιού. Εγώ δεν πήγαινα πουθενά και κανείς δε με περίμενε.

Καθώς βγήκα από το μετρό, έπεσα πάνω σε μια βιτρίνα με δυο πιθηκάκια. Το ένα φορούσε ένα πουλόβερ, το άλλο ολοτσίτσιδο. Αυτό, το τελευταίο, προσπαθούσε να βγάλει το πουλόβερ του ντυμένου. Αφού πάλεψε λίγο μαζί του, κατάφερε τέλος να το γδύσει. Κι άξιζε τότε η προσπάθεια να το φορέσει εκείνο. Πέρασε το λαιμό μια χαρά. Έλα όμως που δεν τα κατάφερε να περάσει τα μανίκια. Το ξανάβγαλε λοιπόν και ξανάρχιζε από την αρχή. Τώρα το βοηθούσε και το άλλο πιθηκάκι. Με αποτέλεσμα να του περάσει και το μανίκι στο λαιμό. Τσιρίζανε και τα δυο, τραβολογούσαν το πουλόβερ, ρίχνανε καμιά καρπαζιά το ένα στο άλλο, ώσπου άνοιγε από μέσα η βιτρίνα και κάποιος φόραγε κανονικά το πουλόβερ στο ένα από τα δυο. Και η ιστορία ξανάρχιζε. Γελούσα τόσο πολύ, που χωρίς να το σκεφτώ μπήκα στο κατάστημα. Είχα όμως αποφασίσει πως θ’ αποκτούσα ένα ζωάκι.

Oλόγυρα, στα αραδιασμένα κοφίνια, πρόβαλλαν φατσούλες, σκυλάκια, γατούλες πεντάμορφες, χαμστεράκια πολύχρωμα. Περπατούσα αργά όταν είδα δυο ολόλευκα στρογγυλά μπαλάκια κουρνιασμένα στα πεντακάθαρα άχυρα. Δεν ήμουνα σίγουρη αν ήταν κάτι ζωντανό ή σκέτες μεγάλες κουβαρίστρες μαλλί για πλέξιμο. Βούτηξα το χέρι μου κι έπιασα τη μια από τις δυο άσπρες μπαλίτσες. Δυο μαύρα στρογγυλά μάτια άνοιξαν και καρφώθηκαν στα δικά μου. Ύστερα τέντωσε δυο ηλίθια κοντά ποδαράκια, τ’ ακούμπησε στο πουλόβερ μου και κούρνιασε το κεφάλι στο στήθος μου. Το κρατούσα εκεί, μαλακό και ζεστό, τόσο εύθραστο. Με το άλλο χέρι πήρα και το άλλο, που δεν άνοιξε τα μάτια του, και το ξανάβαλα στο καλάθι.

«Βλέπετε», μου λέει ο μαγαζάτορας, «το θηλυκό σάς διάλεξε».

«Πώς με διάλεξε;», τον ρώτησα.

«Α, βέβαια. Δε διαλέγουμε μόνο εμείς. Μας διαλέγουν και τα ζώα. Πιάσατε και το αρσενικό, μα αυτό δε νοιάστηκε, ενώ αυτή η γαλίφα κόλλησε απάνω σας και δε λέει να σας αφήσει».

«Και πόσο κάνει αυτή η γαλίφα;»

Μου είπε μια τιμή που αντιπροσώπευε το μισθό μου, στο Λύκειο που εργαζόμουν. Απογοητευμένη το ξεγάντζωσα από το πουλόβερ μου και βγήκα από το μαγαζί. Όσο κι αν φανεί παράξενο, μου ’ρθε η διάθεση να κλάψω. Δυο Γάλλοι φίλοι μου με παρηγόρησαν. «Μη στενοχωριέσαι, πάντα πριν από τις γιορτές τα ζωάκια είναι πανάκριβα, γιατί οι Γάλλοι συνηθίζουν να τα δωρίζουν. Μόλις όμως περάσουν οι γιορτές, οι τιμές τους πέφτουν κατακόρυφα. Τι θα τα κάνει ο έμπορος, του στοιχίζουν πολύ και δεν τον συμφέρει να μεγαλώσουν. Θα δεις που θα το πάρεις μισοτιμής μετά τα Χριστούγεννα, αν, αν φυσικά δεν έχει πουληθεί».

Την παραμονή των Χριστουγέννων, μόλις σχόλασα, πήρα πάλι τον υπόγειο και κατέβηκα στην Πορτ Ντ’ Oρλεάν. Το μαγαζί γεμάτο από παιδιά και συνοδούς. Έφτασα αγχωμένη στο κοφίνι με τις άσπρες μπαλίτσες. Ανακουφισμένη πήρα το κοριτσάκι στη χούφτα μου και το ’σφιξα στο στήθος μου. Αυτό μύρισε λίγο το πουλόβερ μου κι έχωσε το μουράκι του μέσα. Με αναγνώρισε. Τι θρίαμβος! Έμενα κει σαν μαρμαρωμένη, μη χαλάσει το όνειρο. Εξάλλου σκεπτόμουν πως όσο έμενα και το κρατούσα, δεν κινδύνευα να το διαλέξει κάποιος πελάτης. Στην Ευρώπη τα πρωτεία, από την αναμονή ταξί στο δρόμο, είναι νόμοι.

Μας χώριζαν δυο μέρες ώσπου να περάσουν τα Χριστούγεννα. Oύτε όταν ήμουν παιδί και περίμενα πώς και πώς αυτή τη θαυμάσια γιορτή γεμάτη χαρές και εκπλήξεις, ποτέ πριν δεν κοιμήθηκα παραμονές με τέτοια αγωνία. Το απόγευμα των Χριστουγέννων πήρα τους άδειους δρόμους και κατέβηκα στο μαγαζί, που ήταν φυσικά κλειστό, με αμυδρό φωτισμό. Κόλλησα το μούτρο μου στο τζάμι της πόρτας προσπαθώντας να διακρίνω αν το κουταβάκι βρισκόταν στη θέση του, αλλά μάταια.

Ξημέρωσε επιτέλους η επομένη των Χριστουγέννων και βρέθηκα στο μαγαζί την ώρα που άνοιγε. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, αγιάτρευτα παράφορη. Τα κουταβάκια κοιμούνταν αγκαλιά. Λίγο ακόμη και θα ’βαζα τα κλάματα, τόση ήταν η χαρά μου. O μαγαζάτορας δε μου ’δινε καμιά σημασία, παγερός Γάλλος κι επιπλέον μαχμουρλής. Άρπαξα τούτη τη φορά το σκυλάκι, λες και κινδύνευε. Μύριζε όπως τα ανθρώπινα βρέφη. Και τα δυο παιδιά που γέννησα μύριζαν έτσι, σαν συννεφάκια.

Κάποια στιγμή ακούστηκε η φωνή του Γάλλου.

«Δεν το παίρνετε;» Σαν να μου ’λεγε: «Δεν το παίρνεις να σε ξεφορτωθώ;».

«Το θέλω πολύ», είπα, «αλλά είναι ακριβό για μένα».

«Δεν είστε Γαλλίδα».

«Από την Ελλάδα, έχουμε δικτατορία εκεί κι όσοι μπορέσαμε φύγαμε…»

«Δώστε ό,τι λεφτά έχετε», είπε χωρίς να με κοιτάξει.

«Μα…», τραύλισα, «έχω μόνο τα μισά».

«Φτάνουν, αφήστε τα στον πάγκο».

Αν ο μαγαζάτορας δεν ήταν Γάλλος, θα τον φιλούσα σίγουρα. Έβγαλα από το πορτοφόλι τα υπόλοιπα (από το νοίκι) που θα περνούσα το Γενάρη, άφησα το σκυλάκι αραγμένο στο στήθος μου, μέσα από το παλτό μου, και τρελή από χαρά πήρα το μετρό για το σπίτι.

Αυτό ήταν. Γεννήθηκε στο Παρίσι, ε και; Όποιος γεννιέται στο Παρίσι είναι και καλά αριστοκράτης; Και όμως είχε ένα μοναδικό τρόπο να δείχνει τη δυσαρέσκειά της, όταν κάτι δεν της άρεσε. Της άρεσαν τα μεγάλα μαλακά μαξιλάρια του κρεβατιού μου, το πουπουλένιο πάπλωμα, το κοτόπουλο και ’γώ. Δε γούστερνε κανέναν άλλο. Και το ’δειχνε με το μουγκρητό της σαν την πλησίαζε λίγο κάποιος και δαγκώνοντάς τον αν πλησίαζε τελείως. Και να δεις που όλοι μπαίνανε στον πειρασμό να τη χαϊδέψουν, γιατί ήταν όμορφη, μια κούκλα.

Όταν την έβγαζα έξω στους δρόμους του Παρισιού, οι Γάλλοι γελούσανε, «δες», λέγανε, «ίδια η Μπεμπέ». Κι αλήθεια έμοιαζε στην Μπαρντό. Τι στριμμένη και δύσκολη ήταν! Για όλα δυσανασχετούσε και το ’δειχνε. Είχε προσωπικότητα βεντέτας της Μπελ Επόκ. Αν ήταν γυναίκα, θα ζούσε τυλιγμένη σε νταντέλες και βελούδα.

Σιχαινόταν τη Φύση. Δεν της άρεσε καθόλου η ζωή στο χωριό. Έπρεπε να τη δεις να περπατάει στους χωματόδρομους του χωριού. Σήκωνε το ένα πόδι μετά το άλλο τόσο αργά, λες και πατούσε επάνω σε γυαλιά. Άσε το τι γίνηκε σαν πρωταντίκρισε γάιδαρο, που άρχισε να τον κυνηγά με τα πιο δυνατά γαβγίσματα κι ύστερα πήγε και κρύφτηκε σ’ ένα ντουλάπι της κουζίνας. Βέβαια το χωριό ήταν πρωτόγονο, με τους δρόμους γεμάτους πέτρες, καβαλίνες και αγκάθια. Αλλά τι ’θελες να της κάνω; Να της φορέσω παπούτσια; Ή ν’ αρνηθώ το χωριό; Μια ζωή ονειρευόμουν ν’ αποκτήσω σπίτι σ’ ένα τέτοιο χωριό. Το Πάσχα δεν μπορείς να διαβείς τους στενούς δρόμους καθώς φουντώνουνε καταπράσινα φασκόμηλα, μαργαρίτες και τσουκνίδες ανάκατα.

Όταν πηγαίναμε περίπατο, εκείνη βέβαια ακολουθούσε, αλλά μετά τριάντα βήματα σταματούσε. «Θα ’ρθεις;», της φώναζα. Αλλά πέτρωνε καταμεσής του μονοπατιού με τα μάτια της γεμάτα απόγνωση καρφωμένα στα δικά μου. Καθώς έσκυβα κοντά της, μου άπλωνε το ποδαράκι. Αμέτρητα ξερόκλαδα μπερδεμένα στο πυκνό της τρίχωμα σφήνωναν ανάμεσα στα δάχτυλά της. Τα καθάριζα προσεκτικά κι ύστερα την έπαιρνα αγκαλιά και συνεχίζαμε τον περίπατο. Έμενε τότε ακίνητη, σαν λιγωμένη από την ευτυχία, καθώς ταξίδευε απάνω μου. Κάθε φορά που βγαίναμε, επαναλαμβανόταν το ίδιο.

Μα και να την άφηνα σπίτι, δε θα χαιρόμουν περίπατο. Τα μάτια του σκύλου που φεύγεις και τον αφήνεις, σε τυραννούν πιο πολύ κι από ενός παιδιού. Εγώ που έχω και παιδιά και σκυλιά, ξέρω. O άνθρωπος έχει αμέτρητους τρόπους να διαμαρτυρηθεί. Κλαίει, φωνάζει, βρίζει, κάνει χειρονομίες και κυρίως εκφράζει με λόγια πόσο τον πλήγωσες. Το σκυλί δε διαθέτει παρά τα μάτια του. Πόσες φορές δεν έκλεισα την πόρτα αποφασιστικά πίσω μου, φεύγοντας μόνη, επιμένοντας να μην υποκύψω στο βλέμμα της, και πόσες φορές δε γύρισα πίσω απελπισμένη από την αδυναμία μου. Αλλά ζούσα ανετότερα με τα ελαττώματά μου παρά με τη θλίψη των ματιών της. Μια μεγάλη ποιήτρια έγραφε: «Όταν μπορέσω να περάσω / αδάκρυτη / δίπλα από ένα σκύλο, / θα έχω μεταμορφωθεί».

Λένε, οι υποκριτές, οι φαύλοι, πως είναι ντροπή ν' αγαπάς τόσο ένα σκυλί, ενώ θα μπορούσες να προσφέρεις όλα τα έξοδα που κάνεις γι' αυτό σ' ένα πεινασμένο παιδί. Ξέρεις γιατί το λένε; Γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν να αγαπούν χωρίς αναγνώριση. Η ελεημοσύνη είναι εκδήλωση εγωισμού. Σου την αναγνωρίζουν οι άλλοι και σε επαινούν για όσα προσφέρεις. Το ν' αγαπάς ένα ανυπεράσπιστο ζώο, το να αναλαμβάνεις την ευθύνη της συντήρησής του, της ζεστασιάς, της υγείας του, είναι μια δοκιμασία για τον κούφιο κι επιδειξιομανή. Γιατί πώς να προσφέρει χωρίς προσδοκία έκφρασης ευγνωμοσύνης και επαίνων από τους τρίτους; Ένα σκυλί δέχεται και χωράει όση αγάπη του δώσεις. Μπορείς ν' ακουμπήσεις απάνω του όλη την αγάπη που οι άνθρωποι γύρω σου δε χρειάζονται.

Όταν κλαίμε για ένα σκυλί που χάσαμε, κλαίμε για μας. Που ορφανέψαμε, καθώς στερηθήκαμε την πιο τέλεια μορφή αγάπης, την πιο αθόρυβη και λιγότερο απαιτητική που γίνεται. Ίσως, λέω! 


Λιλή Ζωγράφου - Στρίγκλα και καλλονή

Μέσα σου είσαι φιλόζωος, στην πράξη όμως;


Σε σένα μιλάω που με βλέπεις αυτή τη στιγμή. Αφιέρωσε λίγο από τον πολύτιμο χρόνο σου να διαβάσεις αυτά τα λόγια. Δεν θα σε κουράσω. 

Η φράση αγαπάω τα ζώα δεν σε κάνει φιλόζωο. Ούτε αν έχεις σκύλο στο σπίτι σου. Τουλάχιστον αυτός είναι σε καλύτερα χέρια από ότι εμείς. Ούτε οι κοινοποιήσεις σε βάζουν σε αυτή την κατηγορία, ούτε με το να πεις είδα ένα χτυπημένο ή αδέσποτο στο δρόμο τρεχάτε φιλοζωικές να το σώσετε. Που να πρωτοτρέξουν και αυτές, είμαστε τόσα. Μέσα σου είσαι φιλόζωος μα στην πράξη; Στην πράξη είναι λίγοι ή τουλάχιστον λίγους γνώρισα εγώ. Στην απογευματινή σου βόλτα πάρε μαζί μια κονσέρβα (0,61 λεπτά κοστίζει, έχουμε σβήσει την μάρκα γιατί δεν κάνουμε διαφήμιση) ή λίγη ξηρά τροφή. Πεινάω πολύ και διψάω και φοβάμαι εδώ έξω στη βροχή μόνο μου.

Κάποτε είχα κι εγώ τη γωνίτσα μου στο σπίτι, ανθρώπους να με αγαπάνε και να με χαϊδεύουν αλλά τώρα με την κρίση λένε πρέπει να κάνουν οικονομία και με πέταξαν στο δρόμο. Όμως εγώ είμαι ακόμα εδώ και τους περιμένω να έρθουν.


Αν με δεις μπροστά σου μην με χτυπήσεις, μην με διώξεις αν κουρνιάσω κοντά σου, ίσως μου λείπουν τ΄αφεντικά μου και θέλω να νιώσω λίγο αγάπη, μην με κλωτσήσεις αν θελήσω να παίξω μαζί σου όπως μου κάνανε σήμερα. Έχω κι εγώ ψυχή και αισθήματα. Ναι καλά διαβάζεις, αισθήματα πόνου και χαράς.


Μα δεν με βλέπεις; Όταν είσαι χαρούμενος γελάω μαζί σου και παίζω μα όταν είσαι λυπημένος κουρνιάζω κοντά σου και σε κοιτάω στα μάτια. Μπορεί να μην σου μιλάω μα η ματιά μου στα λέει όλα. Γιατί λοιπόν εσύ μου φέρεσαι τόσο απάνθρωπα; Γιατί δεν με σέβεσαι; Γιατί δεν μου φέρεσαι σαν να είμαι μέλος της οικογενείας σου;


Αχ και να ΄ξερες πόσα γιατί με κόβουν μέσα μου. Μήπως φταίω εγώ σε κάτι; Δεν ξέρω. Θα παραμείνω πάλι εδώ στο κρύο και στη βροχή να σε περιμένω να έρθεις να με πάρεις ή τουλάχιστον να μου δώσεις λίγο φαΐ. Μην λυπηθείς τα 0,61 λεπτά που κοστίζει μια κονσέρβα. Εσένα δεν σε σώζουν, εμένα όμως ναι. Είναι κάτι που θα με κρατήσει λίγο ακόμα ζωντανό.


Το κείμενο αυτό αποφάσισα να το μοιραστώ μαζί σας για το σκηνικό που έγινε μπροστά μου. Κάθε απόγευμα στην βόλτα μου παίρνω πάντα μαζί μου μια κονσερβούλα ή ξηρά τροφή για κάποιο αδέσποτο που θα συναντήσω. Στην φωτογραφία είναι ο Blank έτσι τον έχω βαφτίσει. Προφανώς κάποιος τον παράτησε στο πάρκο και λίγο πολύ τον έχω αναλάβει. Εντύπωση μου κάνει που κάθετε κάθε μέρα στο ίδιο σημείο και περιμένει, ίσως το αφεντικό του να τον ξαναπάρει. Σήμερα λοιπόν αποφάσισε να παίξει με μια κοπέλα που περπατούσε. Το αποτέλεσμα ήταν να φάει μια κλωτσιά και μια πέτρα. Κρύφτηκε αμέσως και μετά το ξεκατίνιασμα μου με την κοπέλα πήγα να δω αν έχει χτυπήσει. Όταν με κοίταξε στα μάτια και άρχισε να με γλύφει ήταν σαν μου έλεγε αυτά τα λόγια κι έτσι πήρα την απόφαση να τα μοιραστώ μαζί σας.

Φιλόζωος λοιπόν φίλε μου δεν σε αναγκάζει κανείς να είσαι, όμως μην σηκώνεις το πόδι σου ή το χέρι σου σε αυτά. Αν έχεις τα νεύρα σου κοπάνα καλύτερα το χέρι σου στον τοίχο και μην ξεσπάς σ΄ένα σκυλί ή μια γάτα. Να σκέφτεσαι ότι και αυτό θα μπορεί να σε δαγκώσει ή να σου επιτεθεί αλλά δεν το κάνει. Εσύ λοιπόν γιατί;


Αφιερωμένο στην Λάικα..

 


Την ταινία «Λάσυ» την έχετε παρακολουθήσει όλοι στους τηλεοπτικούς σας δέκτες σε διάφορες διασκευές. 

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ δεν διαφέρει πολύ από την κινηματογραφική ιστορία, στην περίπτωση μου όμως η κοντούλα καφετί σκυλίτσα ήταν μία αδέσποτη που στα 8 μου χρόνια βρέθηκε στον δρόμο μου και έγινε αχώριστη μέχρι τα βαθιά γεράματά της. Το όνομα της «Λάικα», της το είχε δώσει ένας εστιάτορας που την τάιζε. Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. 

Ήταν η μέρα που γυρνούσα από το σχολείο και πέρασα τον κεντρικό δρόμο. Εκεί δεξιά στο γρασίδι στεκόταν και με παρατηρούσε, εκείνη δεν με πλησίασε την πλησίασα εγώ, δεν έκανε χαρές απλά με κοιτούσε. Γενικά, δεν φοβόμουν τα σκυλιά, ακόμη θυμούνται τις αγέλες σκύλων οι γείτονες μου που μπροστάρης εγώ και πίσω 15 σκυλιά αδέσποτα να με ακολουθούν. Την πλησίασα και εκείνη απλά καθόταν παγωμένη και κοιτούσε ένα σημείο συγκεκριμένο, ήταν ξαπλωμένο ένα κουτάβι. Αμέσως πήρα το κουτάβι στην αγκαλιά μου και κατευθύνθηκα προς το σπίτι, εκείνη με ακολούθησε και περίμενε κάτω από το σπίτι, της κατέβαζα νερό και τροφή, το κουτάβι χειροτέρευε, ήταν άρρωστο μου είχε πει η κτηνίατρος Βασιλική, που πάντα με βοηθούσε με τα ζώα, και κάποια μέρα «έφυγε». Το πήρα και πήγα και το έθαψα σε ένα εγκαταλελειμμένο οικόπεδο, μαζί ήταν και η Λάικα. Απο εκείνη τη μέρα γίναμε αχώριστοι. 

Εκείνη το πρωί με περίμενε να με πάει στο σχολείο, με άφηνε και έφευγε και ξαναερχόταν στο πρώτο διάλειμμα για να πάρει ως ανταμοιβή το τυρί από το τοστ (τότε απαγορευόταν τα αλλαντικά στο τοστ). Ως παιδί δεν πήγε το μυαλό μου πώς ήξερε την ώρα. Μου φαινόταν ως κάτι φυσιολογικό, στην πορεία άρχισα να αναρωτιέμαι όλα αυτά. Όταν πάλι το σχολείο τέλειωνε στις 13:15 ήταν εκεί απέξω να με περιμένει να γυρίσουμε σπίτι. 

Μέσα στο σπίτι δεν έμπαινε, δεν ήθελε, μία φορά προσπάθησα, αλλά καθόταν παγωμένη και μόλις άνοιξα την εξώπορτα έφυγε και στάθηκε ακριβώς απέξω, ήθελε να είναι ελεύθερη, με περίμενε με τις ώρες για να βγω για παιχνίδι. Μόνο κάποιες ώρες πήγαινε στην ταβέρνα για να επωφεληθεί εξτρά κεράσματα, αλλά και πάλι γύριζε εκεί μπροστά να με περιμένει. Στον δρόμο ήταν προσεκτική, περνούσε με το πράσινο τα φανάρια και περπατούσε στο πεζοδρόμιο. Όταν πάλι με πλησίαζε κάποιος ενήλικος πάντα του γρύλιζε. Προσπαθούσε να θέσει όρια γύρω από εμένα, ειδικά με αγνώστους. 

Αγαπημένη Λάικα! Μεγάλωνα εγώ μεγάλωνε και εκείνη μαζί μου, πάντα εκεί δίπλα. Έτσι κυλούσε η ζωή μου με την ημίαιμη Λάικα. Ωσότου ήρθε η στιγμή που θα έπρεπε να μετακομίσουμε και θα πηγαίναμε σε ένα σπίτι που ο ιδιοκτήτης δεν ήθελε τα σκυλιά. Τα κλάμματα δεν σταματούσαν για μέρες, δεν ήθελα να πάω στο νέο αυτό σπίτι, δεν ήθελα να τη χάσω και αποφασίσαμε με τον παππού μου να την αναλάβει αυτός στο χωριό, να την κρατήσει εκεί δίπλα του. Λογαριάζαμε βέβαια χωρίς τον «ξενοδόχο».  

Το χωριό μου απέχει από το κέντρο της πόλης μόλις 20 χιλιόμετρα περίπου. Η Λάικα δεν δέθηκε ποτέ και ήταν μέσα στην αυλή μας. Η Λάικα, αν και περνούσε καλά, αποφάσισε να το σκάσει. Ο παππούς μου και η μάνα μου είχαν τρομάξει πώς θα μου το έλεγαν και έτσι προσπάθησαν να μου το αποκρύψουν για λίγο. Όμως λογάριαζαν χωρίς τη Λάικα. 

Ήμουν στο σχολείο και στο διάλειμμα ακούω γαβγίσματα, γυρνάω και βλέπω τη Λάικα να με περιμένει στην καγκελένια πόρτα. Η καρδιά μου πήγε να σπάσει, εκείνη γύριζε γύρω γύρω από τη χαρά της και με περίμενε μέχρι να σχολάσω και να πάμε στο σπίτι. Δεν θα ξεχάσω την ημέρα εκείνη που ήταν η πρώτη φορά που έκλαψα απο χαρά ως παιδί, συνήθως κλαίγαμε απο απαιτήσεις ή όταν μας μάλωναν. 

Έμεινε μαζί μας πολλά χρόνια, με συντρόφευε πάντα όπου και αν πήγαινα ως πιστός φύλακας-άγγελος. Ήρθε η μέρα που έφυγε για πάντα και όμως αν ακόμη δεν πιστεύετε στην περηφάνια των ζώων, εκείνη ήρθε με χαιρέτισε αν και γέρικη πια, είχε όρεξη για παιχνίδια, για φαγητό, είχε πέσει επάνω μου και εγώ δεν καταλάβαινα την ξαφνικής της αλλαγή και την επόμενη μέρα δεν υπήρχε πουθενά. Θυμάμαι ότι δεν πήγα στο σχολείο εκείνη την ημέρα ότι την έψαχνα παντού και την βρήκα έπειτα από πολλές ώρες να κοιμάται εκεί που είχαμε πρωτογνωριστεί. Είχε μία γαλήνια μορφή σαν να έφυγε ευτυχισμένη, δεν ξέρω τι και πώς, πάντως η αγάπη μου για αυτήν ήταν όπως αγαπούσα την οικογένειά μου. Ήταν οικογένειά μου! Γι’ αυτό πολλές φορές δεν καταλαβαίνω γιατί κάποιοι άνθρωποι διαχωρίζουν τα ζώα. 

Επειδή δεν μπορούν να μιλήσουν, δεν σημαίνει ότι δεν αγαπούν… 

Τελικά η αγάπη χρειάζεται φωνή ή πράξεις; Ανιδιοτέλεια!
 

Αφιερωμένο στην Λάικα!

Αδέσποτη ζωή αντίο, σχεδόν έφτασα...


Αυτά είναι η αιτία, ας βασανίσουμε όλοι μαζί τα άγρια θηρία.

Αυτά φταίνε για όλα, ας τους ρίξουμε όλοι μαζί από ένα πιάτο φόλα.

Ας νιώσουνε τον φόβο, πόνο, απόγνωση και τρόμο κι αφού τα νιώσουν όλα αυτά ας ξεψυχήσουνε στο δρόμο.

Δεν είχα κόκαλο και έπαιζα με ένα τσόκαρο, μου το πήραν απ' το στόμα και με χτύπησαν στο πρόσωπο.

Δεν τους κατηγορώ ίσως και να 'φταιγα εγώ, που κάθε μέρα τους στερώ νερό και φαγητό.

Για μένα ήταν αρκετό, για αυτό και άλλα δεν ζητάω κι ας μου φερθήκανε σκληρά εγώ τους αγαπάω.

Κάθε που πονάνε πιο πολύ εγώ θα πονάω και σε κάθε τους χαρά την ουρά μου θα κουνάω.

Δεν έμαθα άλλη γλώσσα να μιλάω, μόνο γαβγίζω.

Ίσως να νομίζουνε ότι τους βρίζω.Ίσως με το κλάμα μου άρχισα να τους πρήζω. Ίσως δεν μ' αγαπάνε πια κι εγώ αρχίζω να το συνηθίζω.

Και σαν ναυάγιο τις σκέψεις μου βυθίζω..

Την μυρωδιά της εγκατάλειψης μυρίζω και δακρύζω, ίσως να μην μου άξιζε στον κόσμο αυτόν να αξίζω!

Αδέσποτη ζωή μ' εγκαταλείψανε με θάρρος, αφού ζυγίσαν την ζωή τους και είδαν πως τους είμαι βάρος.

Αδέσποτη ζωή έμαθα να σε αγαπώ, εσύ με υιοθέτησες κι εγώ σ' ακολουθώ.

Πόνεσα, γνώρισα κοντά σου το καλό και το κακό!

Στο πλοίο της ζωής για το ταξίδι της αγάπης, ανέβηκα μα μ' έδιωξαν ήμουνα λαθρεπιβάτης.

Αδέσποτη ζωή φυλακισμένη μου ψυχή, κρυώνει κι είναι μόνη θέλει μια αγκαλιά να ζεσταθεί.

Πεινασμένος, κουρασμένος, φοβισμένος ο καημένος, ένιωθε απ' όλους κι απ' όλα ξεχασμένος.

Είχε σχεδόν πιστέψει ότι πλησίαζε το τέλος ώσπου σε μια στιγμή τον χτύπησε του έρωτα το βέλος.

Κοντεύανε χαράματα, άκουσα φωνές και κλάματα κι έτρεξα γρήγορα όσο μπόρεσα να δω από κοντά μια ημίαιμη ξανθιά γλυκιά με τεντωμένα αυτιά.

Ανθρώποι την χτυπούσαν δυνατά της είχαν σπάσει την ουρά της για να μην μπορεί άλλο να δείχνει την χαρά της..


Τσαντισμένος βρέθηκα κοντά της και εκεί ήταν που ξεκίνησε ο δικός μου εφιάλτης.

Την πήραν και την πέταξαν στην άκρη του δρόμου για εκείνη τελευταία νύχτα, για μένα νύχτα τρόμου.

Έζησα τον εφιάλτη στο πιο όμορφο όνειρό μου, απόψε ακόμη ένα αστέρι θα λάμψει στον ουρανό μου.

Πόνεσα, γνώρισα κοντά σου το καλό και το κακό!

Απ' το ένα μάτι βλέπω ήλιο απ' τ' άλλο γκρίζο ουρανό και περπατώ με το κεφάλι μου σκυφτό σε τόπο άδειο.

Κλαίω μοναχός μου κάνοντας κουράγιο..

Μη μου κάνεις κακό, μη τα βάζεις μαζί μου, το να μείνω έξω στο δρόμο δεν ήταν επιλογή μου.

Δείξε μου λίγη στοργή, όχι άλλη τυραννία κι εγώ για σένα στην πορεία θα γίνω ακόμη και θυσία.

Αδέσποτη ζωή, αυτό που με πληγώνει γιατί μας ταίζουν οι άνθρωποι τροφή που σκοτώνει;

Δεν ζήτησα μπαλκόνι, δωμάτιο ή σαλόνι, παρέα να τους κάνω ήθελα μη νιώθουν μόνοι.

Αδέσποτη ζωή πριν φύγω θα σε χαιρετήσω για να πάω σε ένα μέρος πιο αληθινό να ζήσω.

Καθώς περνούσε ο καιρός τα πολλά κακά ξεπέρασα, κράτησα λιγοστές στιγμές που χάρηκα και γέλασα.

Παρέα και φίλους έχασα, αδιαφορία και μίσος δείξατε.

Δεν το ξεπέρασα, δεν το ξεπέρασα.. 

Για αυτό αφήστε με μονάχο μου και ζήστε εγώ πια γέρασα.
 
Αδέσποτη ζωή αντίο, σχεδόν έφτασα...
  
Μπορούμε να βρούμε λεφτά για να σκοτώνουμε ανθρώπους, να καταστρέφουμε τη φύση, την θάλασσα, να αγοράζουμε ζώα, όμως δεν μπορούμε να βρούμε λεφτά για να βοηθάμε... 


Στίχοι: Αρλεκίνος 

ΒΙΝΤΕΟ

 
Copyright © 2013 DogWorld